ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ

Ποινή θανάτου

Ιστορικά
• Είναι η αυστηρότερη των ποινών. Βασίζεται στο αξίωμα του Μακιαβέλι ότι «η
αποτελεσματικότερη διακυβέρνηση είναι αυτή που στηρίζεται στο φόβο…»
• Στην αρχαιότητα προβλεπόταν και για τα ασήμαντα «αδικήματα». Οι νόμοι
του Δράκοντος τιμωρούσαν με θάνατο ακόμα και την κλοπή λαχανικών! Οι
δε νόμοι του Ζαλεύκου, τον πότη «ακράτου οίνου άνευ εγκρίσεως ιατρού»!
• Πρώτος ο Διόδωρος έθεσε – χωρίς όμως αποτέλεσμα – στην Αθηναϊκή Πο-
λιτεία το 424 π.Χ. τις αμφιβολίες του για τις εκτελέσεις. Οι Αθηναίοι είχαν
φαντασία: εκτελούσαν με κώνειο, αποτυμπανισμό κ.λπ. Τον Αίσωπο π.χ., τον
πέταξαν στον γκρεμό των Δελφών.
• Στους ρωμαϊκούς χρόνους προστέθηκαν οι μέθοδοι: σταύρωση,
απαγχονισμός, στραγγαλισμός, αποκεφαλισμός, ενταφιασμός ζώντος…
• Στο Μεσαίωνα των ιεροεξεταστών επινοήθηκαν ακόμα φρικωδέστεροι
τρόποι: τροχός, διαμελισμός, τετραχισμός, πυρά…
• Το 1764 ο Ιταλός Τσέζαρε Μπεκαρία τοποθετήθηκε υπέρ της κατάργησης της
θανατικής ποινής στο βιβλίο του «Περί αδικημάτων και ποινών». Νο-
μοθετικά, καταργήθηκε για πρώτη φορά στον ιταλικό ποινικό κώδικα του
Ζαναρντέλι (1889) για να επιστρέψει (προφανώς) υπό την πίεση του φασισμού
στον Π.Κ. του Ρόκα (1930).
• Στην Ελλάδα ο δικτάτορας Πάγκαλος προτίμησε την αγχόνη από την ως τότε
επικρατούσα γαλλοφερμένη λαιμητόμο. Αργότερα επικράτησε ο τυφεκισμός
από στρατιωτικά αποσπάσματα.
• Υπόσχεση για την απόλυτη και de jure κατάργηση της θανατικής ποινής στην
Ελλάδα είχε δώσει, τον Ιανουάριο του 1990, ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης
Αθαν. Κανελλόπουλος.
• Πλέον η θανατική ποινή δεν ισχύει στη χώρα μας.

β. Επιχειρήματα υπέρ της θανατικής ποινής
• Είναι η μόνη ποινή που ταιριάζει σε στυγερούς εγκληματίες (δολοφόνους,
βιαστές, λαθρεμπόρους ναρκωτικών, όπλων ή σαρκός κ.λπ.).
• Εξαλείφει τον κίνδυνο υποτροπής στυγνών εγκληματιών που είναι αδύνατο να
σωφρονισθούν.
• Αποκαθιστά το αίσθημα του δικαίου για τους οικείους των θυμάτων στυγνών
εγκλημάτων.
• Παραδειγματίζει και εκφοβίζει, με αποτέλεσμα να συμβάλει στον περιορισμό της
εγκληματικότητας.
γ. Επιχειρήματα κατά της θανατικής ποινής
• Παραβιάζει το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα στη ζωή και με τη βαναυσότητά
της αντιβαίνει στην ανθρωπιστική φιλοσοφία που στηρίζει τον πολιτισμό μας.
• Χαρακτηρίζεται από εκδικητικότητα, κάτι που θεωρείται απαράδεκτο για τις
σύγχρονες αντιλήψεις περί ποινών και σωφρονισμού.
• Δεν έχει αποδειχθεί στατιστικά η συμβολή της στη μείωση της
εγκληματικότητας. Επίσης, οι σκληροί εγκληματίες που θα έπρεπε να
αποθαρρύνονται από την ισχύ της ποινής αυτής είτε δεν έχουν την πνευματική
διαύγεια για να σταθμίζουν λογικά τις πράξεις τους είτε περιμένουν τέτοιο
κέρδος από τα εγκλήματά τους, που το είδος της ποινής καταντά αδιάφορο γι’
αυτούς.
• Ο δικαστής γίνεται κριτής ζωής και θανάτου, πράγμα που δεν ανήκει στην
εξουσία οποιουδήποτε ανθρώπου.
• Είναι αμετάκλητη σε περίπτωση δικαστικής πλάνης.
• Μπορεί να εφαρμοσθεί ρατσιστικά (για εγκληματίες χαμηλής κοινωνικής τάξης,
μετανάστες, μαύρους κ.λπ.) ή να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από
ολοκληρωτικά καθεστώτα για τη θανάτωση αντιφρονούντων.
• Είναι, σε τελική ανάλυση, ένα «πυροτέχνημα» με το οποίο η Πολιτεία προσπαθεί,
μέσω επίδειξης δύναμης, να καλύψει τις αδυναμίες της, δίνοντας
«συγχωροχάρτι» στον εαυτό της, ενώ η ίδια έχει τεράστια ευθύνη για την έξαρση
της βίας και της εγκληματικότητας στην κοινωνία.
• Το επιχείρημα, τέλος, που θέλει τη θανατική ποινή ως μέσο αποκλεισμού της
πιθανότητας επανάληψης στυγνών εγκλημάτων δεν χρειάζεται αντεπιχείρη-μα.
Είναι τόσο απάνθρωπο και βάρβαρο, με αποτέλεσμα η απόρριψή του να γίνεται
αυτόματα.

Περίληψη γραπτού Λόγου

Τι είναι η περίληψη;

Είναι η συνοπτική και περιεκτική απόδοση, σε συνεχή λόγο, ενός κειμένου. Είναι ένα νέο κείμενο, που, χωρίς να προδίδει το αρχικό, περιλαμβάνει τα σημαντικότερα σημεία του, κατάλληλα συνδεδεμένα.

  • Η έκταση της περίληψης

Συνήθως είναι το 1/3 του αρχικού κειμένου. Στις εξετάσεις, ο αριθμός των λέξε­ων καθορίζεται. Δεν πρέπει να υπερβαίνουμε το όριο πάνω από 15-20 λέξεις.

Ι. Η εκτενής περίληψη βασίζεται:

•   Στο θεματικό κέντρο του κειμένου.

•   Στους πλαγιότιτλους των παραγράφων.

•   Στις σημαντικές λεπτομέρειες της κάθε παραγράφου.

II. Η συνοπτική περίληψη βασίζεται:

-Στο θεματικό κέντρο του κειμένου.

•   Στους πλαγιότιτλους των παραγράφων.

ΙΠ. Η πολύ σύντομη περίληψη βασίζεται:

•   Στο θεματικό κέντρο του κειμένου.

•   Στους πλαγιότιτλους των ευρύτερων ενοτήτων.

Πορεία σύνθεσης μιας περίληψης:

1) Διαβάζουμε προσεκτικά το κείμενο που μας δόθηκε και προσπαθούμε να συλλάβουμε το θεματικό/νοηματικό του κέντρο . Στη συνέχεια καταγράφουμε το θεματικό κέντρο που εντοπίσαμε στο πρόχειρό μας ,διότι αυτό μπορεί να αποτελέσει στη συνέχεια ακόμη και τη θεματική περίοδο της περίληψής μας ,αν βέβαια επιλέξουμε την παραγωγική μέθοδο ανάπτυξης. Στην προσπάθεια εντοπισμού του θεματικού κέντρου του κειμένου, θα μας βοηθήσει και ο τίτλος του ,αν υπάρχει.

2) Εργαζόμαστε ανά παράγραφο εντοπίζοντας τα μέρη της (θεματική περίοδος, λεπτομέρειες ,πρόταση- κατακλείδα ) και υπογραμμίζουμε τις λέξεις -κλειδιά ή τις φράσεις-κλειδιά. Οι λέξεις (ή φράσεις κατά περίπτωση) αυτές αποδίδουν τα βασικά στοιχεία -θέσεις , απόψεις, σκέψεις κ.ά. – του συγγραφέα.

Ένας τρόπος για να καταλάβουμε ότι έχουμε υπογραμμίσει τις σωστές λέξεις -κλειδιά, είναι να τις διαβάσουμε τη μια μετά την άλλη, μετά την υπογράμμισή τους ,απομονωμένες δηλαδή από το υπόλοιπο γλωσσικό περιβάλλον της παραγράφου. Αν αποδίδουν το βασικό νόημα της παραγράφου, τότε οι επιλογές μας είναι σωστές ή τουλάχιστον ικανοποιητικές . Η επιλογή τους επίσης, είναι αυστηρή και θα πρέπει να αποφεύγεται η κατά…βούληση υπογράμμιση . Ανάλογα πάντως με το κείμενο και με οδηγό τη συλλογιστική πορεία του συγγραφέα ,μπορούμε να τις εντοπίσουμε υποβάλλοντας σύντομα ερωτήματα του τύπου : ποιος, πού ,πότε, τί , πώς ,γιατί, με ποιο σκοπό , με ποιο αποτέλεσμα ,με ποια προϋπόθεση κ.ο.κ.

3) Στη συνέχεια , «κρατάμε» σημειώσεις από κάθε παράγραφο ή νοηματική ενότητα χωριστά, χρησιμοποιώντας τις λέξεις -κλειδιά ως οδηγό ή καταγράφουμε τον πλαγιότιτλο της παραγράφου ή της θεματικής ενότητας.

  • Για να γίνει αυτό ευκολότερα , χρησιμοποιούμε ως υποκείμενο της σημείωσης τη σημαντικότερη νοηματικά έννοια (την έννοια με τη βαρύνουσα σημασία) που υπογραμμίσαμε και συνήθως –αλλά όχι πάντα-βρίσκεται στη θεματική περίοδο της παραγράφου.

Οι σημειώσεις αυτές θα αποτελέσουν το βασικό υλικό της περίληψής μας ,σε συνδυασμό βέβαια και με το θεματικό κέντρο που ήδη έχουμε εντοπίσει και καταγράψει .

4) Συνθέτουμε και γράφουμε την περίληψη με δικά μας λόγια ,χρησιμοποιώντας το θεματικό κέντρο,  τις λέξεις -κλειδιά ,τις σημειώσεις που κρατήσαμε από κάθε παράγραφο ή θεματική ενότητα ή τους πλαγιότιτλους που έχουμε καταγράψει . Η σύνδεση αυτών των συστατικών μερών γίνεται με τη χρήση διαρθρωτικών λέξεων ,που στοχεύουν στο δέσιμο μεταξύ τους των μερών της περίληψης.

  • Η περίληψη γράφεται στο πλαίσιο μιας εκτενούς παραγράφου και για το λόγο αυτό έχει τη δομή μιας κανονικής παραγράφου. Η θεματική περίοδος αντιστοιχεί στο θεματικό/ νοηματικό κέντρο της περίληψης , οι λεπτομέρειες αντιστοιχούν στις σημειώσεις ή τους πλαγιότιτλους και η πρόταση-κατακλείδα αντιστοιχεί στο συμπέρασμα που ενδεχομένως καταλήγει ο συγγραφέας του κειμένου που δόθηκε για περίληψη.

Ορισμένες συνηθισμένες διαρθρωτικές λέξεις άνάλογα με τη σημασία τους  είναι οι ακόλουθες :

α) αίτιο -αποτέλεσμα : επειδή ,διότι, γιατί, με αποτέλεσμα ,επομένως, άρα κ.ά.

β)χρονική σχέση : ύστερα, προηγουμένως, εντωμεταξύ, στη συνέχεια κ.ά.

γ) όρος ,προϋπόθεση : αν, εάν, εκτός κι αν, σε περίπτωση , με την προϋπόθεση ,με τον όρο κ.ά.

δ) αντίθεση :αλλά, όμως, αντίθετα, ωστόσο, εξάλλου, από την άλλη πλευρά, εντούτοις κ.ά.

ε) επεξήγηση : δηλαδή, με άλλα λόγια, για να το πω απλά κ.ά.

στ) έμφαση : είναι αξιοσημείωτο/ αξιοπρόσεκτο ότι …, θα ήθελα να τονίσω το εξής , να επιστήσω την προσοχή κ.ά.

ζ) παράδειγμα : για παράδειγμα ,π.χ., λ.χ.  κ.ά.

η) απαρίθμηση επιχειρημάτων : πρώτο, δεύτερο ,τρίτο … καταρχήν ,τελικά, στη συνέχεια κ.ά.

θ) διάρθρωση του κειμένου : το άρθρο/ η μελέτη/ η εισήγηση /η ομιλία /η επιφυλλίδα /το κείμενο … κ.ά.

ι)συμπέρασμα/ ανακεφαλαίωση: συμπεραίνοντας, ανακεφαλαιώνοντας, συμπερασματικά θα λέγαμε , στο τέλος κ.ά.

Γενικές οδηγίες

1) Αποφεύγουμε την υπερβολική αφαίρεση και γενίκευση δίνοντας τα επιχειρήματα και τις σκέψεις του συγγραφέα σε σωστή αναλογία.

2)Δεν προσπαθούμε να μιμηθούμε το ύφος του κειμένου και αποφεύγουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτούσιες τις λέξεις/ φράσεις του κειμένου ,παρά μόνο αν είναι εντελώς απαραίτητο. Σε αυτή την περίπτωση χρησιμοποιούμε εισαγωγικά.

3) Δε σχολιάζουμε τις απόψεις του συγγραφέα ,ούτε επιδοκιμάζουμε ή αποδοκιμάζουμε τις θέσεις του. Παρακολουθούμε και καταγράφουμε τη συλλογιστική του πορεία με -όσο το δυνατό- αντικειμενικό τρόπο.

4)Παραλείπουμε : τις επεξηγήσεις ,όπου είναι δυνατό, τα παραδείγματα , τις καλλολογικές εκφράσεις ,τα σχήματα λόγου

5) Μετατρέπουμε τις μεταφορές σε κυριολεξίες ή απλά τις παραλείπουμε.

6)Επιλέγουμε από την αρχή τη σύνταξη (ενεργητική ή παθητική) που θα χρησιμοποιήσουμε και τη διατηρούμε ως το τέλος της περίληψης.

7) Χρησιμοποιούμε κατά κανόνα το τρίτο πρόσωπο .

8) Καταγράφουμε τα βασικά σημεία του κειμένου και δεν τα σχολιάζουμε γιατί δεν κάνουμε διασκευή .

9) Σε περίπτωση που η έκταση της περίληψης είναι αρκετά μεγάλη ,μπορούμε να εφαρμόσουμε και τεχνικές πύκνωσης :

ΒΑΣΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΥΚΝΩΣΗΣ

α) απαλοιφή ονοματικών ή άλλων προσδιορισμών ( π.χ. η όμορφη πόλη = η πόλη )

β) απόδοση εννοιών της ίδιας οικογένειας μ’ έναν περιεκτικό όρο (π.χ. οι εφημερίδες, τα περιοδικά , η τηλεόραση, το ραδιόφωνο= τα μέσα μαζικής ενημέρωσης)

γ) αντικατάσταση μιας σειρά ενεργειών από μια φράση που συνοψίζει την όλη πράξη (π.χ. ξύπνησε, σηκώθηκε από το κρεβάτι, ντύθηκε, πλύθηκε ,έφαγε γρήγορα το πρωινό του ,πήρε τη τσάντα του κι έφυγε για το σχολείο = ετοιμάστηκε και πήγε στο σχολείο)

δ) αντικατάσταση μιας περιόδου από τη λεκτική πράξη που δηλώνει (π.χ. Η μητέρα του Νίκου είπε στον καθηγητή της τάξης ότι στο γιο της έτυχε μια οικογενειακή υποχρέωση ,κοιμήθηκε αργά και γι’ αυτό δεν ήρθε στο σχολείο τη Τρίτη = Η μητέρα του Νίκου δικαιολόγησε τις απουσίες του γιου της )

ε) η σύμπτυξη στην ίδια περίοδο των νοημάτων δύο ή περισσότερων παραγράφων ,στις οποίες παρατηρείται συνάφεια ως προς το περιεχόμενο ,μέσω δευτερευουσών προτάσεων.

στ) αντικατάσταση δευτερευουσών προτάσεων από μετοχές (π.χ. Συχνά οι πολιτικοί συνδέονται με διαπλεκόμενα συμφέροντα ,γεγονός που τροφοδοτεί αφορμή για ποικίλες αντιδράσεις = προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις)

  • Παραγραφοποίηση της περίληψης

*   Συνήθως γράφεται σε μια παράγραφο.

*   Μπορεί να γραφεί σε περισσότερες, ακολουθώντας τη δομή του κειμέ­νου.

Π.χ. πρώτη ενότητα αίτια, δεύτερη αποτελέσματα κτλ.

Σύνταξη της περίληψης

1. Η πρώτη περίοδος:

• αρχίζει με τη φράση: «ο συγγραφέας/ αρθρογράφος τον κειμένου αναφέρει /ται, παρουσιάζει, προβάλλει, προβληματίζεται, τονίζει, επισημαί­νει κτλ…»

• ακολουθεί το θεματικό κέντρο του κειμένου, με το οποίο ολοκληρώ­νεται η περίοδος.

2. Η δεύτερη περίοδος:

•   Αποτελεί την περιληπτική διατύπωση της πρώτης παραγράφου.

«   Συνδέεται με την πρώτη περίοδο με τη χρήση μιας διαρθρωτικής λέ­ξης ή φράσης π.χ. αρχικά κτλ.

3. Ακολουθούμε την ίδια διαδικασία για όλες τις επόμενες παραγράφους, με βάση τον πλαγιότιτλο και τις σημειώσεις κάθε παραγράφου.

4. Ο λόγος πρέπει να είναι συνεχής και να διασφαλίζεται η αλληλουχία και η συνοχή των νοημάτων με τις κατάλληλες διαρθρωτικές λέξεις ή φράσεις. Π.χ. Επίσης τονίζει, παράλληλα επισημαίνει, προσθέτει ακόμα, αντίθετα προβάλλει, επιπλέον υποστηρίζει κτλ.

5. Την τελευταία παράγραφο του αρχικού κειμένου τη διαμορφώνουμε σε πρόταση κατακλείδα της περίληψης, αρχίζοντας με την κατάλληλη έκφρα­ση.

Π.χ. Ο συγγραφέας του κειμένου καταλήγοντας, συμπεραίνει… κτλ.

Τι προσέχουμε στην περίληψη / Αποφεύγουμε

1. Την υπερβολική αφαίρεση και γενίκευση.

2.  Τη μίμηση του ύφους του συγγραφέα.

3. Την επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία των επιχειρημάτων του.

4. Τη χρήση λέξεων/ φράσεων του κειμένου. Όταν τις χρησιμοποιούμε, τις βάζουμε σε εισαγωγικά.

Επιδιώκουμε:

1. Την αντικειμενική και σωστή απόδοση του περιεχομένου με διάφο­ρες τεχνικές πύκνωσης (γενίκευση, αναδιατύπωση, υπερώνυμα κτλ.).

2. Τη χρήση ουδέτερου πληροφοριακού ύφους.

3.  Τη σωστή δομή: ενότητα λόγου, αλληλουχία νοημάτων, συνοχή κειμένου.

4. Την επιλογή της καταλληλότερης σύνταξης, ενεργητικής ή παθητικής.

Ρήματα που χρησιμοποιούμε στην περίληψη

Ο συγγραφέας, αρθρογράφος κλπ.:

1. Αναφορικής όψης:διατυπώνει τη γνώμη, προτείνει, δηλώνει, εισηγείται, ανακοινώνει, ανα­φέρει, μνημονεύει, παραθέτει αυτολεξεί (ένα άλλο κείμενο), σχολιάζει, ερμηνεύει, συζητά (ένα άλλο κείμενο), παρατηρεί, διαπιστώνει, ορίζει με ακρίβεια, προσδιορίζει, καθορίζει, αποσαφηνίζει, διευκρινίζει, επε­ξηγεί, εξηγεί, αιτιολογεί, ονομάζει, αποκαλεί, χαρακτηρίζει, συγκρίνει, αντιθέτει, αντιπαραθέτει, αντιπαραβάλλει, επιχειρηματολογεί (υπέρ ή κατά), υπερασπίζεται, υποστηρίζει, υπεραμύνεται, συνηγορεί, συμφωνεί με, ταυτίζεται με, δικαιολογεί, ανασκευάζει, απορρίπτει, αντικρούει, αντιτείνει, αντιπροτείνει, τεκμηριώνει, στηρίζει (την άποψη του), απο­δεικνύει, δείχνει, κρίνει, αξιολογεί, αποτιμά, διαβεβαιώνει, βεβαιώνει, ισχυρίζεται, αποφαίνεται, υποστηρίζει, επιμένει (ότι), προβλέπει, λέει, σημειώνει, τονίζει, επισημαίνει, υπογραμμίζει, πραγματεύεται, εξετάζει, συζητά, ασχολείται (με), αναφέρεται (σε), αναλύει, αναπτύσσει, ορίζει, διαιρεί, ταξινομεί, περιγράφει, απαριθμεί, συμπληρώνει, προσθέτει, αφηγείται, διηγείται, αναρωτιέται, απορεί, ρωτά, υποδεικνύει, προτεί­νει, αντιπροτείνει, συμβουλεύει, συστήνει, απολογείται, εύχεται, εξεγεί­ρεται, αγανακτεί, εκφράζει την έκπληξη του.

2. Ποσοτικής όψης:προσπερνά βιαστικά, με συντομία, αποσιωπά, παραλείπει, δεν αναφέ­ρει/ αναφέρεται, θίγει πλαγίως, έμμεσα, επιφανειακά, εξετάζει διεξοδι­κά, αναλυτικά, προσεκτικά, συζητά διεξοδικά, ανοίγει – κλείνει – τερμα­τίζει τη συζήτηση, εξαντλεί το θέμα, συμπεραίνει, προσθέτει, υπογραμ­μίζει, επισημαίνει.

3.Μεταγλωσσικής όψης: επεξηγεί, συγκεκριμενοποιεί (για άλλο κείμενο), παραφράζει (για άλλο κείμενο).

4.  Διορθωτικής όψης:τροποποιεί, αλλάζει (τη διατύπωση), διορθώνει (τον εαυτό του/τους συ­νομιλητές του), ανασκευάζει τα επιχειρήματα, αναιρεί όσα είπε.

5.  Διαλογικής όψης: απευθύνει το λόγο, δίνει το λόγο, ζητά το λόγο, παίρνει, υφαρπάζει το λόγο, διεκδικεί το λόγο, παρεμβαίνει, διακόπτει, απαντά, δευτερολογεί, απευθύνεται.

6. Οργανωτικής όψης: αρχίζει, προλογίζει, συνεχίζει, μεταβαίνει (σε άλλο θέμα), παρεκβαίνει, τελειώνει, καταλήγει, συμπεραίνει, ανακεφαλαιώνει.

(Το λεξιλόγιο είναι από την ιστοσελίδα τον ΚΟΜΒΟΥ)

1ο Παράδειγμα Περίληψης

Το βιβλίο σφυρηλατεί το αίσθημα της ελευθερίας

1. Το βιβλίο, αναμφίβολα αποτελεί αστείρευτη πηγή γνώσης. Είναι ο κινητήριος μοχλός στη διαδικασία της εκπαίδευσης μέσα στον σχολικό χώρο. Τα βιβλία, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα αποδελτιωμένων γνώ­σεων, που έχουν σχέση με κάβε τομέα του επιστητού. Όμως, απ’ ό,τι φαίνεται, η αξία του έχει υποβαθμιστεί, τόσον απ’ τον ώριμο άνθρωπο, όσο κι απ’ τον μαθητόκοσμο. Το φαινόμενο που παρατηρείται τις τελευταίες ημέρες του σχολικού έτους, όπου οι μαθητές κυριολεκτικά «κατακρεουργούν» τα βιβλία τους, μετατρέποντας τα προαύλια των σχολείων σε αλάνες με σκουπιδόχαρτα, πρέπει να μας προβληματίσει όλους. Το πρόβλημα είναι πολύ σοβαρό και φα­νερώνει πως κάπου στο κοινωνικό-εκπαιδευτικό σύστημα υπάρχουν «στεγανά», που ωθούν«βάνδαλη» συμπεριφορά. σ’ αυτή τη

2. Εξετάζοντας βαθύτερα την όλη κατάσταση, μπορούμε να εντοπί­σουμε μερικές αιτίες, που εξηγούν αυτή τη συμπεριφορά. Ξεκινάει απ’ τη σχολική ηλικία του παιδιού, που πηγαίνει στο σχολείο «επειδή έτσι συμβαίνει μ’ όλα τα παιδιά της ηλικίας του». Δεν το πείθουν οι μεγαλύτεροι, οι υπεύθυνοι για την αγωγή του, ότι έχει και μυαλό που πρέπει να το καλλιεργήσει, για να γίνει σωστός άνθρωπος.’ Ετσι το μικρό παιδί, ο μετέπειτα νεαρός έφηβος, δε συνειδητοποιεί την αξία της μόρφωσης στη διαδικασία της ζωής. Έτσι η εκπαίδευση, που κατακτιέται κατά κύριο λόγο μέσα απ’ το βιβλίο, θεωρείται «αναγκαίο κακό», που σημαίνει καταπίεση και όχι ύψιστη πράξη ελευθερίας.

3. Συχνά ο δάσκαλος θεωρείται απ’ τους μαθητές «κρατούσα κοινω­νική» αρχή, και τίθεται πρόβλημα επικοινωνίας ανάμεσα τους. Ο μαθητής ενδόμυχα τον φοβάται και δεν αφήνεται ελεύθερα στην καθοδήγηση του. Επειδή τον θεωρεί καταπιεστή της ελευθερίας του, κρατάει απόσταση απ’ αυτόν, κάποτε γίνεται επιθετικός ή αντιδραστικός στις οποιεσδήποτε παροτρύνσεις που γίνονται απ’ το δάσκαλο. Σ’ αυτή τη φάση δημιουργείται ένα τεράστιο χάσμα, με αποτέλεσμα η νεανική ψυχή να φθείρεται σε μικροσυγκρούσεις και ανταγωνισμούς που έχουν σοβαρό κόστος στη μελλοντική εξέλιξη του νέου.

4. Το πρόβλημα διογκώνεται και απ’ τη νοοτροπία της κοινωνίας μας, ότι τα βιβλία παρέχουν τη γνώση και ότι η γνώση εξασφαλίζει σπουδαία επαγγελματική κατοχύρωση. Αυτή η άποψη, δεν ενθαρρύνει την αγάπη γι’ αυτή καθεαυτή τη γνώση, σαν στοιχείο αναγκαιότατο για την ανάπτυξη της προσωπικότητας και την ολοκλήρωση του χαρακτήρα, αλλά δίνει κίνητρα για τη «χρησιμοθηρία» της μ’ οποιο­δήποτε κόστος για τον νεαρό έφηβο. Φυσικό επακόλουθο είναι, η ψυχική καταπίεση και το άγχος να δημιουργούν σύγχυση στην τρυφερή νεανική ψυχή. Οι μαθητές εξαιτίας της ανωριμότητας της ηλικίας, δεν μπορούν να καταλάβουν τις πραγματικές αιτίες που τους απωθούν απ’ τη γνώση και ξεσπούν στα βιβλία, στους ανυπεράσπιστους φίλους μιας ολόκληρης χρονιάς.

5. Γενικότερα, η έλλειψη της αγάπης για γνώση απ’ την πλευρά του μαθητή, οφείλεται στη βαθιά έλλειψη πνευματικότητας της εποχής μας και στην αλλοτρίωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Το πρόβλημα μπορεί να λυθεί μόνο αν γίνει μια ανθρωπιστική στροφή στον τρόπο ζωής του σύγχρονου ανθρώπου. Αν ο μαθητής δηλαδή καταλάβει ότι η μόρφωση είναι αναγκαία για την ανάπτυξη του μυαλού του, όσο η τροφή για το σώμα του, θα αγαπήσει τη γνώση, θα εκτιμήσει την πολύτιμη προσφορά του βιβλίου, οπότε θα το σέβεται και θα πάψει να το καταστρέφει.

6. Όλοι οι άνθρωποι που είναι υπεύθυνοι για την αγωγή του παιδιού, κυριότερα οι γονείς, οι δάσκαλοι και οι αρμόδιοι κρατικοί φορείς, μπορούν – και επιβάλλεται – να επηρεάσουν σημαντικά τη διάθεση του νέου για έρευνα και μελέτη του κόσμου, μέσα απ’ τοπεριεχόμενο του βιβλίου και να δώσουν οι ίδιοι κίνητρα για διάβασμα. Πρέπει οι νέοι άνθρωποι να καταλάβουν ότι το βιβλίο βγάζει το άτομο απ’ τα σκοτάδια της αμάθειας, ανοίγει δρόμους στη ζωή σίγουρους και ασφαλείς και σφυρηλατεί το αίσθημα της ελευθερίας. Επίσης είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσουν ότι τα βιβλία κατα­στρέφονται, επειδή θεωρούνται επικίνδυνα, μόνο από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα (Χιτλερική Γερμανία), και ότι συμπεριφέρονται φασιστικά όταν τα καταστρέφουν ενώ ζουν σε μια ελεύθερη χώρα με πλούσια πνευματική κληρονομιά, που οφείλουν να συνεχίσουν με αγάπη, «υπομονή και περηφάνεια». πολύτιμο

Γιάννα Κουτρομάνου , 19 Ιουλίου 1987

Θεματικό/ Νοηματικό  Κέντρο : Το παιδί απομακρύνεται από το βιβλίο, παρόλο που σφυρηλατεί την ελευθερία , για λόγους κοινωνικούς κι εκπαιδευτικούς.

Οι υπογραμμισμένες λέξεις-κλειδιά κάθε παραγράφου , αν διαβαστούν μόνες τους – η μια μετά την άλλη- θα διαφανεί εύκολα ότι αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά των επιμέρους παραγράφων. Αυτό αποτελεί την καλύτερη απόδειξη ότι οι λέξεις -κλειδιά που επιλέχτηκαν είναι οι σωστές , εφόσον καταφέρνουν ν’ αποδώσουν τα κύρια σημεία των παραγράφων ,χωρίς νοηματικά χάσματα.

Πλαγιότιτλοι Παραγράφων :

1 η Παράγραφος : «Η υποβάθμιση της αξίας του βιβλίου».

2 η Παράγραφος : «Τα εκπαιδευτικά αίτια σύνδεσης του βιβλίου με την καταπίεση του μαθητή»

3 η Παράγραφος : «Οι αρνητικές επιδράσεις των συγκρούσεων ανάμεσα στο μαθητή και στο δάσκαλο»

4 η Παράγραφος : «Η καλλιέργεια από την κοινωνία της σχέσης γνώση- επάγγελμα δημιουργεί άγχος κι απέχθεια για το βιβλίο».

5 η Παράγραφος : «Η ανθρωπιστική στροφή οδηγεί στην αγάπη για το βιβλίο»

6 η Παράγραφος : «Οι υπεύθυνοι οφείλουν να πείσουν ότι το βιβλίο είναι πηγή ελευθερίας και διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς»

Σημειώσεις Παραγράφων :

1 η Παράγραφος : Το βιβλίο υποβαθμίζεται για λόγους κοινωνικούς κι εκπαιδευτικούς.

2 η Παράγραφος : Ιδιαίτερα ο μαθητής δεν πείθεται για την αξία που έχει (το βιβλίο) για τη μόρφωσή του και το θεωρεί μόνο μέσο καταπίεσης .

3 η Παράγραφος : (Ο μαθητής ) Θεωρεί το δάσκαλο καταπιεστή της ελευθερίας του, γίνεται αντιδραστικός και αναλώνεται σε άκαρπους ανταγωνισμούς.

4 η Παράγραφος : Η κοινωνία καλλιεργεί τη χρησιμοθηρική γνώση για την επαγγελματική επιτυχία, αλλά η γνώση αυτή γεννά μόνον άγχος και καταπίεση.

5 η Παράγραφος : Η απουσία της πνευματικότητας και η αλλοτρίωση  του σύγχρονου ανθρώπου απαξιώνει το βιβλίο και η λύση βρίσκεται στον ανθρωπισμό και στην  ανάγκη για γνώση.

6 η Παράγραφος : Όσοι ευθύνονται για την αγωγή των νέων οφείλουν να τους δώσουν κίνητρα, ώστε νικώντας την αμάθεια να κατακτήσουν την ελευθερία και να διατηρήσουν την πολιτισμική τους κληρονομιά.

-Ενώνουμε το Θεματικό Κέντρο με τους Πλαγιότιτλους ή τις Σημειώσεις χρησιμοποιώντας διαρθρωτικές λέξεις. Η ένωση αυτή γίνεται με τρόπο ελεύθερο. Δεν είναι απαραίτητη η χρήση της ακριβούς συντακτικής δομής τους. (Αν το Θεματικό Κέντρο είναι σχεδόν το ίδιο με τις πρώτες σημειώσεις , είτε το διαφοροποιούμε , είτε το παραλείπουμε. Σε κάθε περίπτωση δεν το υποβαθμίζουμε ,γιατί αποτελεί τον πυρήνα του κειμένου).

Περίληψη με πλαγιότιτλους

Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι το παιδί απομακρύνεται από το βιβλίο, παρόλο που σφυρηλατεί την ελευθερία , για λόγους κοινωνικούς κι εκπαιδευτικούς.. Αρχικά αναφέρει πως η εκπαίδευση μέσα από το βιβλίο θεωρείται καταπίεση και όχι πράξη ελευθερίας. Επιπλέον, γεννιούνται  αρνητικές επιδράσεις από τις  συγκρούσεων ανάμεσα στο μαθητή και στο δάσκαλο. Παρακάτω επισημαίνει ότι η καλλιέργεια από την κοινωνία της σχέσης γνώση- επάγγελμα δημιουργεί άγχος κι απέχθεια για το βιβλίο. Ωστόσο, η ανθρωπιστική στροφή θα σταματήσει την καταστροφή του βιβλίου. Ολοκληρώνει τονίζοντας ότι οι υπεύθυνοι οφείλουν να πείσουν ότι το βιβλίο είναι πηγή ελευθερίας και διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς.

(97 λέξεις)

Περίληψη με σημειώσεις

Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι το παιδί απομακρύνεται από το βιβλίο, παρόλο που σφυρηλατεί την ελευθερία , για λόγους κοινωνικούς κι εκπαιδευτικούς. Αρχικά αναφέρει πως ιδιαίτερα ο μαθητής δεν πείθεται για την αξία που έχει (το βιβλίο) για τη μόρφωσή του και το θεωρεί μόνο μέσο καταπίεσης. Επιπλέον, θεωρεί το δάσκαλο καταπιεστή της ελευθερίας του, γίνεται αντιδραστικός και αναλώνεται σε άκαρπους ανταγωνισμούς. Παρακάτω προσθέτει ότι η κοινωνία καλλιεργεί τη χρησιμοθηρική γνώση για την επαγγελματική επιτυχία, αλλά η γνώση αυτή γεννά μόνον άγχος και καταπίεση. Επίσης, η απουσία της πνευματικότητας και η αλλοτρίωση  του σύγχρονου ανθρώπου απαξιώνει το βιβλίο και η λύση βρίσκεται στον ανθρωπισμό και στην ανάγκη για γνώση. Τέλος,  τονίζει ότι όσοι ευθύνονται για την αγωγή των νέων οφείλουν να τους δώσουν κίνητρα, ώστε νικώντας την αμάθεια να κατακτήσουν την ελευθερία και να διατηρήσουν την πολιτισμική τους κληρονομιά.

(138 λέξεις)

2ο Παράδειγμα Περίληψης

(Κείμενο από το Σχολικό βιβλίο της Β’ Λυκείου, σελ. 253)

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ

Ηλικιωμένος άνθρωπος που επί χρόνια πολλά εργάστηκε  στη διοικητική υπηρεσία του Κράτους και ανέβηκε όλες τις βαθμίδες της, συνόψισε κάποτε τα διδάγματα της μακράς πείρας του με μια παρατήρηση άξια να μας βάλει σε πολλές σκέψεις.

Το Κράτος, έλεγε, όχι ως αφηρημένη ιδέα, αλλά ως συγκεκριμένο βίωμα, σαν ένα κομμάτι από την ίδια τη ζωή μας, λείπει από τους ση­μερινούς Έλληνες. Το αισθάνονται σαν ξένο, όχι δικό τους, και δεν το πονούν. Τη χώρα τους την αγαπούν με πάθος. Για μια χούφτα από το χώμα της είναι άξιοι να πεθάνουν με την πιο μεγάλη ευκολία. Άλλο Πα­τρίδα όμως και άλλο Πολιτεία. Με την Πατρίδα είμαστε στενότατα δε­μένοι. Την έχουμε βάλει μέσο, στο αίμα μας, γιατί και με το αίμα μας την έχουμε κρατήσει. Την Πολιτεία όμως, δηλαδή αυτό τον ορισμένο τρό­πο με τον οποίο έχει οργανωθεί και διοικείται ο τόπος, αυτήν την απρό­σωπη δύναμη που λειτουργεί στο όνομα όλων για να εξασφαλίζει με τα όργανα και τους θεσμούς της τη ζωή και την ελευθερία μας, δεν μπο­ρούμε να τη νιώσουμε σαν κάτι εντελώς δικό μας. Είναι ξένο σώμα. για το αίσθημα μας.

Απόδειξη ότι δεν πονούμε, ούτε αισθανόμαστε ενστιγματικά την ανάγκη να προστατέψουμε ό, τι ανήκει στο Κράτος, το δημόσιο κτήμα. Απέναντι του δείχνουμε αδιαφορία και κάποτε μιαν απίστευτη εχθρό­τητα και μανία καταστροφής. Από παιδιά στο σχολείο κακοποιούμε βάρβαρα τα θρανία και τους τοίχους του σχολείου -«ανήκει στο δη­μόσιο, δεν είναι δικό μας». Την ίδια αστοργία δείχνουμε στα δικαστή­ρια, στα άλλα δημόσια γραφεία, ακόμη και στους πάγκους του πάρκου ή στις δημόσιες κρήνες, σε ό,τι τέλος πάντων είναι κρατική περιουσία. Μόλις αντιληφθούμε ότι κάτι τι ανήκει ή με κάποιο τρόπο βρίσκεται στην κυριότητα αυτής της απρόσωπης δύναμης, αν δεν μπορούμε να το οικειοποιηθούμε, με ευχαρίστηση το φθείρουμε. Με την ίδια ευκολία προσπαθούμε ν «αποφεύγουμε τις υποχρεώσεις μας προς το Κράτος ή να καταστρατηγούμε τους νόμους του. Είναι ο «άλλος», όχι ο εαυτός μας. Και τον ξεγελούμε ή σηκώνουμε το όπλο εναντίον του, χωρίς να κατα­λαβαίνουμε ότι κατά βάθος τον εαυτό μας απατούμε ή πληγώνουμε.

Και από τις παρατηρήσεις του αυτές ο πολύπειρος άνθρωπος έβγα­ζε το συμπέρασμα ότι ίσως οι Έλληνες να μην είναι οργανικά ικανοί να ποτιστούν από την ιδέα του Κράτους. Ότι πιθανόν μέσα στην ίδια τη φυ­σική τους υφή να υπάρχει κάποια τάση αναρχισμού…

Έχει αρκετά διαδοθεί αυτή η αντίληψη και συχνά ακούγεται. Ωστό­σο μου φαίνεται πολύ παρακινδυνευμένη και άδικη στην απαισιοδοξία της. Δεν αμφισβητώ τα γεγονότα, όπου στηρίζεται (τα περισσότερα είναι δυστυχώς πραγματικά, είτε μας αρέσουν είτε όχι). Αλλά. την ερμηνεία που δίνεται σ’ αυτό, τα γεγονότα.

Ότι δεν πονούμε, ή ότι δεν πονούμε αρκετά την Πολιτεία σαν κάτι εντε­λώς δικό μας, είναι βέβαιο. Από αναρχισμό όμως την αντιθέσουμε προς τα αισθήματα και τα συμφέροντα μας ή από άλλους λόγους; Και πώς είναι δυ­νατόν αυτός ο δήθεν αναρχισμός να θεωρηθεί έμφυτη ιδιότητα ριζωμένη μέσα στη δική μας φυλή; Μπορεί ο Έλληνας να είναι περισσότερο από άλ­λους λαούς ατομιστής, να μην πειθαρχεί τόσο εύκολα στο συλλογικό σώ­μα και πνεύμα της ομάδας. Αλλά από το σημείο τούτο ως το σημείο να τον πούμε από τη φύση του αναρχικό, η απόσταση είναι πολύ μεγάλη. Ορθό­τερη φαίνεται μια άλλη εξήγηση. Ότι αυτή η αδιαφορία ή η λανθάνουσα εχθρότητα προς το Κράτος και τις λειτουργίες του είναι αποτέλεσμα ιστο­ρικών αιτίων και μιας κακοδαιμονίας που ατυχώς διαιωνίζεται. Ας μη λη­σμονούμε ότι επί μακροχρόνια και κατά διαστήματα δεν υπήρχε γι’ αυτόν εδώ τον πολυβασανισμένο λαό σύμπτωση Πολιτείας και Έθνους. Η κρα­τική εξουσία στις διάφορες περιόδους της δουλείας δεν ήταν μονάχα ξέ­νη αλλά και εχθρική προς την εθνική μας υπόσταση. Και επομένως γενε­ές γενεών, για να βεβαιώσουν την εθνική τους ιδιοτυπία, τη χωριστή τους ύπαρξη, ήταν αναγκασμένες να μισούν, να απατούν και να πολεμούν τα όργανα, και τις λειτουργίες που στα μάτια τους εκπροσωπούσαν το Κρά­τος και σάρκωναν την ιδέα της Πολιτείας. Το κρυφό μίσος με τα ψυχικά επακόλουθα, του είναι πολύ πιο επικίνδυνο από τη φανερή αντίθεση, τον ανοιχτό πόλεμο. Συμπνιγόμενο από το φόβο τρέφεται από την καταπίεση του και αφήνει στα σκοτεινά στρώματα της ψυχής λασπερά κατακάθια που δεν εξαλείφονται. Ακόμη κι όταν λευτερωθεί από το ζυγό, δεν μπορεί εύ­κολα ένας λαός να αγαπήσει την Πολιτεία με τους περιορισμούς της, έστω και αν είναι τώρα δική του, αφού ως προχτές ακόμη το Κράτος ήταν η θέ­ληση και η βία του δυνάστη του.

Κατά ένα παράδοξο μάλιστα μηχανισμό, που μας τον εξηγεί σήμε­ρα η Ψυχολογία, όταν ένας πολίτης με τέτοιες υποσυνείδητες κακώσεις από αρχόμενος γίνεται άρχων, παίρνει τις διαθέσεις και τους τρόπους που ο ίδιος πρώτα μισούσε. Παίζει δηλαδή το ρόλο του ειδώλου που ως τώρα το φοβόταν και το αντιπαθούσε, γιατί έτσι νομίζει πως μπορεί να λευτερωθεί από τον εφιάλτη του. Ίσως γι’ αυτό το λόγο συμβαίνει, όποιος παίρνει και μια παραμικρή ακόμη εξουσία στην Ελλάδα, να με­ταβάλλεται αμέσως σε σατράπη…

Για να εξηγήσουμε όμως το φαινόμενο που εξετάζουμε, πρέπει να αναφέρουμε ακόμη ένα λόγο πολύ σοβαρό. Όταν λευτερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό αυτή η μικρή ελληνική γωνιά, η Πολιτεία μας δεν θεμελιώθηκα ούτι: αναπτύχθηκε οργανικά απάνω σε κάποιες αυτόχθονες μορφές οργάνωσης και διοίκησης, βγαλμένες από τις δικές μας ψυχο­λογικές και ά/άες ανάγκες και από την ιστορική κίνηση της ζωής του Έθνους, αλλά μας επιβλήθηκε απέξω από ξένους και με ξένους που φυ­σικά δε νοιάστηκαν να εξετάσουν αν το φόρεμα τούτο ήταν κομμένο στο μέτρα μας, ούτε προσπάθησαν να το ταιριάσουν κάπως απάνω στο δι­κό μας κορμί. Έτσι εφαρμόστηκαν κι εξακολουθούν να εφαρμόζονται πειραματικά στη χώρα μας διοικητικοί και πολιτικοί θεσμοί που δεν μί­λησαν ποτέ βαθιά στην ψυχή του λαού μας. Ούτε ίσως ανταποκρίνονται εντελώς στις πραγματικές του ανάγκες.

Είναι γνωστές οι μελέτες του Κώστα Καραβίδα για την κοινοτική ορ­γάνωση. Μπορεί να μη συμμερίζεται κανείς την αισιοδοξία και την πί­στη του ότι και τώρα είναι δυνατόν να γίνει εκείνο που δεν έγινε άλ­λοτε, στην ώρα του τη φυσιολογική. Ωρισμένως όμως θα αναγνωρίσει ότι θα ήταν πολύ διαφορετική, τελειότερη, η κρατική μας οργάνωση και πολύ στενός, οργανι­κά συνεκτικός, ο δεσμός του πολίτη με την Πο­λιτεία στον τόπο μας, αν αυτό το θαυμαστό κύτταρο, η κοινότητα, που δημιουργήθηκε με το αίμα του λαού μας από πανάρχαια χρόνια και λειτούργησε τόσο λαμπρά στους χρόνους της δουλείας, αφηνόταν να αναπτυχθεί φυ­σιολογικά σε ένα γενικότερο, πλούσια δια­κλαδωμένο και πυργωτά διαρθρωμένο διοι­κητικό σύστημα. Το. ξενοφερμένα καθεστώτα σκότωσαν το κύτταρο τούτο και μας επέβαλαν θεσμούς και τύπους, μέσα στους οποίους μάταια ως τώρα προσπαθούμε να βρούμε τον εαυτό μας.

Βάλετε μαζί μ ‘ αυτές τις αιτίες την κακοδιοίκηση που είναι ενδημικό κακό στον τόπο μας, τη διαφθορά της πολιτικής μας ηγεσίας που τα ανομήματά της πλήρωσαν ακόμη και με το αίμα τους οι λίγες φωτεινές μορφές της νεότερης ιστορίας μας, προσθέσετε τέλος και τη βαθύτερη κρίση που περνάει εδώ και κάμποσα χρόνια η έννοια του Κράτους μέσα στις φοβερές αντινομίες της ζωής όλων των σημερινών λαών και θα. εξηγήσετε γιατί οι βασανισμένοι άνθρωποι αυτού του τό­που, του πολυπατημένου από ξένους κάθε λογής, δεν αισθάνονται ακό­μη εντελώς δικό τους το Κράτος. Ας μην τους καταλογίζουμε αναρχισμό, αφού η μοίρα τους έγραφε να μην είναι νοικοκυραίοι στο σπίτι τους και να μην αφήνονται ήσυχοι να φτιάχνουν με τη δική τους ζωή και μέ;σ’ από τη δική τους ιστορία τους κοινωνικούς των θεσμούς.

22 Ιουλίου 1948

(Ε.Π. Παπανούτσος, Εφήμερα-Επίκαιρα-Ανεπίκαιρα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1980, α. 160-63)

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΠΕΡΙΛΗΨΗ

(Από το Βιβλίο του Καθηγητή «Έκφραση- Έκθεση», τεύχος Β’, ΟΕΔΒ)

Στο κείμενο «Κράτος και Νεοέλληνες», ο συγγραφέας μετα­φέρει στην αρχή τη θέση κάποιου δημόσιου υπαλλήλου, ο οποίος υποστηρίζει ότι το κράτος, ως συγκεκριμένο βίωμα, λείπει από τους Νεοέλληνες. Αιτιολογεί τη θέση του (ο δημόσιος υπάλληλος) αναφερόμενος στην αδιαφορία και στην εχθρότητα που δείχνουν οι πολίτες απέναντι στο κράτος και δίνει την προσωπική του ερμηνεία, ότι δηλαδή πιθανόν να υπάρχει μια τάση αναρχισμού στους Έλληνες. Αντίθετα, ο συγ­γραφέας διατυπώνει την άποψη ότι η ερμηνεία για τον αναρχισμό δεν ευσταθεί. Πα­ραθέτει μια σειρά από αίτια, για να εξηγήσει την εχθρότητα των Νεοελλήνων προς το κράτος: αίτια ψυχολογικά, κοινωνικά, την κακοδιοίκηση που υφίστανται, τους ξε­νόφερτους διοικητικούς και πολιτιστικούς θεσμούς που δεν ανταποκρίθηκαν στις ανάγκες τους κ.ά. Προσθέτει στον προβληματισμό του και την παγκόσμια κρίση που υφίσταται η έννοια του κράτους. Καταλήγει ότι, εξαιτίας των λόγων που προ­ανέφερε, οι Έλληνες αισθάνονται ξένοι στον τόπο τους, με αποτέλεσμα να εκδηλώ­νονται αρνητικά, χωρίς οι εκδηλώσεις αυτές να δηλώνουν διάθεση αναρχισμού.

Τα μυστικά μιας πετυχημένης περίληψης…..

::: Γενικά :::..
Η περίληψη είναι ένας τρόπος συνοπτικής απόδοσης ενός κειμένου. Με αυτήν επιδιώκεται:

  • Η κατανόηση του κειμένου.
  • Η πληροφόρηση των άλλων με λιτό και σαφή τρόπο για το περιεχόμενο του κειμένου.
  • Η διάκριση του αναγκαίου από το περιττό τόσο στο περιεχόμενο όσο και στη γλώσσα του κειμένου.
  • Η δόμηση ενός νέου κειμένου με συνοχή και συνεκτικότητα.

Αξιολόγηση της περίληψης (σύνολο μονάδων: 25)
Για να αξιολογηθεί ένα κείμενο περίληψης, συνεξετάζεται:

  1. το περιεχόμενο της περίληψης (12 μονάδες)
  2. τη γλώσσα και το ύφος (8 μονάδες)
  3. τη δομή (5 μονάδες)


::: Το περιεχόμενο της περίληψης :::..

Θετικά στοιχεία θεωρούνται:

  • Η σύλληψη του νοηματικού κέντρου του κειμένου.
  • Η επιλογή των σημαντικών ιδεών-πληροφοριών του κειμένου.
  • Η πληρότητα κατανόησης του κειμένου.

Αδυναμίες στο περιεχόμενο θεωρούνται:

  • Αδυναμία κατανόησης ή απόκλιση από το νοηματικό κέντρο του κειμένου.
  • Επιλογή δευτερευουσών ιδεών-πληροφοριών σε βάρος των κύριων-σημαντικών.
  • Η ατελής (μερική) κατανόηση του κειμένου.

::: Η γλώσσα και το ύφος της περίληψης (έκφραση) :::..
Θετικά στοιχεία θεωρούνται:

  • Η χρήση του κατάλληλου ύφους για τη συγκεκριμένη μορφή κειμένου (πληροφοριακό ύφος).
  • Η ικανότητα πύκνωσης του κειμένου μέσα από διάφορες τεχνικές (γενίκευση, αναδιατύπωση κτλ.).
  • Η ορθή χρήση της γλώσσας στο επίπεδο της ορθογραφίας, της στίξης, της σύνταξης και του λεξιλογίου.

Αδυναμίες στη γλώσσα και το ύφος θεωρούνται:

  • Η αξιολόγηση με την άσκηση άμεσης ή έμμεσης κριτικής-σχολιασμού στις ιδέες-πληροφορίες του κειμένου.
  • Η αυτούσια-στείρα μεταφορά λέξεων και φράσεων του αρχικού κειμένου στη περίληψη.
  • Οι αποκλίσεις από τους κανόνες της Νεοελληνικής Γραμματικής και του Συντακτικού της νέας ελληνικής στην ορθογραφία, στη στίξη, στη σύνταξη και το λεξιλόγιο (επαναλήψεις, ασάφειες, έλλειψη ακριβολογίας κτλ.).


::: Η δομή του περιληπτικού κειμένου :::..

Θετικά στοιχεία θεωρούνται:

  • Η ικανότητα παρακολούθησης ή αναδιοργάνωσης της δομής του αρχικού κειμένου και η παρουσίαση με λογική ακολουθία των βασικών ιδεών.
  • Η σύνταξη ενός κειμένου με ομαλή ροή και συνοχή.
  • Η επιτυχής χρήση των διαρθρωτικών λέξεων ή φράσεων.

Αδυναμίες στη δομή θεωρούνται:

  • Η τυποποιημένη μεταφορά της πορείας του αρχικού κειμένου που οδηγεί σε μακροσκελή περίληψη.
  • Η άτακτη παράθεση των ιδεών-πληροφοριών του κειμένου.
  • Η έλλειψη συνοχής και αλληλουχίας μεταξύ των μερών-προτάσεων της περίληψης.

::: Γενική Θεώρηση :::..
Η προσπάθεια για αξιολόγηση της περίληψης με την αναλυτική μέθοδο και την πρόσθεση των επιμέρους βαθμών δεν είναι αρκετή. Χρειάζεται μια συνολική θεώρηση του γραπτού πριν την τελική βαθμολογία. Άλλωστε περιεχόμενο, μορφή (έκφραση) και δομή ουσιαστικά δεν διαχωρίζονται. Στη συνολική θεώρηση της περίληψης θα συνεκτιμηθούν για την τελική βαθμολογία όλα τα κριτήρια από την πρωτοτυπία στη συγκρότηση και το ύφος έως την εικόνα του γραπτού (καθαρογραμμένο κείμενο, ευανάγνωστη γραφή).

Διευκρινίσεις

  1. Η περίληψη έχει πληροφοριακό χαρακτήρα, οπότε η εισαγωγή της είναι προτιμότερο να ξεκινά με αναφορά στο συγγραφέα ή στο κείμενο. Μια εισαγωγή κατευθείαν από τις ιδέες – πληροφορίες του κειμένου είναι και αυτή αποδεκτή με τη λογική ότι ο γράφων ταυτίζεται με το συγγραφέα του κειμένου, ο οποίος επιχειρεί να πυκνώσει το κείμενό του.
  2. Η περίληψη μπορεί να υποκαταστήσει το αρχικό κείμενο σε περιπτώσεις που θέλουμε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να πάρουμε μια ιδέα για το περιεχόμενο του κειμένου.
  3. Είναι προσωπική δημιουργία αλλά σε καμία περίπτωση δεν προδίδει το πνεύμα του συγγραφέα.

————————————————————————————————————-
::: Διαδικασία για την απόδοση περίληψης :::..
1. Επισημαίνουμε το θεματικό κέντρο του κειμένου.
2. Διακρίνουμε τα ουσιώδη στοιχεία του κειμένου από τα επουσιώδη
3. Δίνουμε συνοπτικά το περιεχόμενο κάθε παραγράφου ή νοηματική ενότητα ή κεφαλαίου (ανάλογα με την έκταση του κειμένου ή της περίληψης που επιθυμούμε).
4. Χρησιμοποιούμε προσωπική έκφραση:
Δεν αρκεί κάποιος να επαναλαμβάνει κάθε φράση αφαιρώντας όσο το δυνατόν περισσότερες λέξεις και βρίσκοντας συνώνυμα των λέξεων, γιατί τότε πρόκειται για μηχανική εργασία σύντμησης του κειμένου και όχι για μια εργασία βαθύτερης κατανόησής του.

5. Σεβόμαστε το νόημα του κειμένου: αποδίδουμε στην περίληψη το περιεχόμενο του κειμένου, χωρίς να σχολιάζουμε ή να κρίνουμε τα αναφερόμενα σε αυτό, έστω κι αν διαφωνούμε με αυτά.

6. Εφαρμόζουμε τις τεχνικές σύμπτυξης

  • Αντικαθιστούμε μια απαρίθμηση με ένα περιεκτικό όρο:
    ο τύπος, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, το διαδίκτυο = τα μέσα ενημέρωσης (-5 λέξεις).
  • Αντικαθιστούμε μια περίφραση με μία λέξη:
    οι απαίδευτοι κυρίως είναι αυτοί που έχουν προκαταλήψεις = οι απαίδευτοι κυρίως είναι προκατειλημμένοι (-3 λέξεις).
  • Καταργούμε την έμφαση (αν βέβαια αυτή η αλλαγή μας επιτρέπει να μείνουμε πιστοί στο κείμενο):
    Η εκπαίδευση είναι εκείνη η οποία παραμελείται ιδιαίτερα και ανεπίτρεπτα από το κράτος = Η εκπαίδευση παραμελείται ανεπίτρεπτα από το κράτος (-6 λέξεις).
  • Αντικαθιστούμε μια σχέση αιτίου – αποτελέσματος ανάμεσα σε δύο προτάσεις με άνω τελεία:
    Ο ρόλος της οικογένειας στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού έχει περιοριστεί σημαντικά γιατί παράγοντες όπως το σχολείο ή η τηλεόραση επεμβαίνουν καθοριστικά στον τομέα = Ο ρόλος της οικογένειας στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού έχει περιοριστεί σημαντικά το σχολείο και η τηλεόραση επεμβαίνουν καθοριστικά σε αυτόν τον τομέα (- 3 λέξεις).
  • Αντικαθιστούμε ένα προθετικό σύνολο με ένα επίρρημα:
    συμπεριφέρθηκε με πολύ μεγάλη σκληρότητα και απανθρωπιά = συμπεριφέρθηκε πολύ σκληρά και απάνθρωπα (-2 λέξεις).
  • Καταργούμε τις συμπληρωματικές προτάσεις. Μπορούμε να χρησιμοποιούμε ένα επίρρημα, ένα απαρέμφατο, ένα ουσιαστικό, μια παράθεση:
    είναι φανερό πως το πρόβλημα έχει οξυνθεί και η κατάσταση επιβάλλει την ανάληψη ευθυνών και πρωτοβουλιών = η όξυνση του προβλήματος επιβάλλει την ανάληψη ευθυνών και πρωτοβουλιών (-6 λέξεις).
  • Αντικαθιστούμε την παθητική σύνταξη με την ενεργητική:
    σημαντικές αποφάσεις ανακοινώθηκαν από τον πρωθυπουργό = ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε σημαντικές αποφάσεις (-1 λέξη).
  • Αντικαθιστούμε ένα αρνητικό ρήμα με το αντίστοιχο καταφατικό:
    δε δέχτηκε να συμβιβαστεί με την υπάρχουσα κατάσταση = αρνήθηκε να συμβιβαστεί με την υπάρχουσα κατάσταση (-1 λέξη).
  • Αντικαθιστούμε μια αναφορική πρόταση με ένα επίθετο:
    πρέπει να στιγματίζεται ο πολιτικός εκείνος που ενώ δίνει υποσχέσεις δεν τις εκπληρώνει = πρέπει να στιγματίζεται ο δημαγωγός πολιτικός (-7 λέξεις).
  • Αντικαθιστούμε μια δευτερεύουσα πρόταση (χρονική, αιτιολογική, υποθετική κ.α) με ένα επίθετο ή μια μετοχή στην αρχή της πρότασης ή με ένα προθετικό σύνολο:
    επειδή οι κυβερνήσεις αδιαφόρησαν για το ζήτημα, αυτό διαιωνίστηκε = εξαιτίας της αδιαφορίας των κυβερνήσεων το ζήτημα διαιωνίστηκε (-1 λέξη).
  • Αποφεύγουμε τον πλάγιο λόγο και πολύ περισσότερο τη χρήση παρελθοντικού χρόνου.
    Δεν γράφουμε π.χ. Ο αρθρογράφος υποστήριξε ότιΑΛΛΑ η αλόγιστη επέμβαση στη φύση, υποστηρίζει ο αρθρογράφος, εγκυμονεί πολλούς κινδύνους για την ανθρωπότητα (-1 λέξη).
  • Αποφεύγουμε τις ερωτήσεις, ευθείες και πλάγιες και τις αποδίδουμε με προτάσεις κρίσεως, διότι έτσι ο λόγος γίνεται συντομότερος:
    υπάρχει πλέον κανείς σήμερα που να πιστεύει ότι η βία και η ανομία πρέπει να αντιμετωπίζονται από το κράτος με βία; = η βία και η ανομία δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται από το κράτος με βία (-7 λέξεις).

7. Παραλείπουμε τα παραδείγματα, τις συγκρίσεις και τις αναλογίες. Αν είναι όμως απολύτως αναγκαίο να συμπεριλάβουμε κάποια, αυτό θα γίνει με τρόπο ιδιαίτερα περιεκτικό.

8. Αποφεύγουμε να κάνουμε περίληψη της κάθε παραγράφου, διότι θα δημιουργηθούν πολλές παράγραφοι. Αντίθετα, δύο ή περισσότερες παραγράφους που συνδέονται νοηματικά τις συμπτύσουμε σε μία.

9. Ελέγχουμε την έκταση της περίληψης: λέξη θεωρείται κάθε σύνολο από γράμματα χωρισμένο από τα προηγούμενα ή τα επόμενα με ένα κενό ή ένα σημείο στίξης.
Το κατά συνέπεια μετράει για δύο λέξεις, ενώ το συνεπώς για μία.
Στην ανακοίνωση του θέματος αναφέρεται ο αριθμός των λέξεων που επιτρέπονται με ένα ποσοστό 10% πάνω ή κάτω.
Όταν ζητείται περίληψη, γενικά, εννοούμε συνήθως σύμπτυξη του κειμένου στο 1/3. Δεν προσπαθούμε να μειώσουμε στο 1/3 κάθε πρόταση ή ένα σύνολο από προτάσεις. Αντίθετα, όταν έχουμε φτάσει στη μέση της εργασίας, ελέγχουμε εάν έχουμε σεβαστεί τον επιτρεπόμενο αριθμό λέξεων “ εάν όχι, τότε κάνουμε τις αναγκαίες διορθώσεις, προτού συνεχίσουμε.
Εάν πάλι η περίληψη είναι πολύ σύντομη ίσως έχουμε ξεχάσει ορισμένα σημαντικά στοιχεία του κειμένου. Εάν, τέλος, η περίληψη είναι υπερβολικά εκτενής, αυτό ίσως οφείλεται στο ότι περιέχει λεπτομέρειες, άχρηστα παραδείγματα. Καθώς συγκρίνουμε το πρότυπο με τη σύντμηση, καταργούμε τα στοιχεία εκείνα της περίληψης που δεν αναφέρονται στα ουσιώδη σημεία του πρωτοτύπου. Τέλος, αν ο μετασχηματισμός είναι »φλύαρος» βελτιώνουμε την τεχνική της προσαρμογής.

10. Ολοκληρώνουμε την περίληψη μέσα σε λογικό χρονικό διάστημα (μέχρι 45 λεπτά στις 3 ώρες), ώστε να αφιερώσουμε τον ανάλογο χρόνο και για τις υπόλοιπες ασκήσεις ή εργασίες.

Δόκιμες – στερεότυπες ενάρξεις περιληπτικού κειμένου

  • Στο κείμενο υποστηρίζεται……..
  • Στο δοκιμιακό αυτό κείμενο ο συγγραφέας πραγματεύεται……
  • Ο συγγραφέας, αναφερόμενος στο ρόλο που διαδραματίζει το ……. αναγνωρίζει…….
  • Το άρθρο αυτό θίγει το πολυσυζητημένο θέμα……..
  • Σύμφωνα με το κείμενο………
  • Ο συγγραφέας εκφράζει την πρόθεσή του ……….
  • Ο συγγραφέας επιχειρεί να ανασκευάσει τα επιχειρήματα….
  • Ο συγγραφέας υπερασπίζεται την άποψη……..
  • Ο συγγραφέας αναφέρεται στο επίμαχο ζήτημα…..
  • Ο συγγραφέας διατυπώνει τις απόψεις του………
  • Ο συγγραφέας προσεγγίζει και διερευνά το ………..
  • Κατά το συγγραφέα η πρωτοφανής……….

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να προσέξει ο διορθωτής με την προσεκτική ανάγνωση του γραπτού δοκιμίου είναι αν ο μαθητής κατανόησε σωστά όλες τις απαιτήσεις του θέματος και αν ανταποκρίνεται σ” αυτές. Γραπτά που δείχνουν ολοφάνερα ότι η σκέψη του μαθητή κινείται έξω από το θέμα βαθμολογούνται από 0-12,5.

Γενικά στα γραπτά ο διορθωτής πρέπει να προσέξει:

Α) Το περιεχόμενο, δηλ. το σύνολο των οργανωμένων σκέψεων που διατυπώνει ο μαθητής πάνω στο δεδομένο πρόβλημα.

Θετικά στοιχεία θεωρούνται:

  1. Η ξεκάθαρη θέση που παίρνει ο μαθητής απέναντι στο πρόβλημα, η προσωπική του άποψη που μπορεί να είναι και αντίθετη με τις ως τώρα γνωστές και παραδεκτές απόψεις, αρκεί να είναι τεκμηριωμένη. Ο βαθμολογητής δεν πρέπει να επηρεάζεται από την προσωπική του άποψη.
  2. Το είδος των γνώσεων-σκέψεων, που χρησιμοποιεί ο μαθητής, για να στηρίξει τη θέση του, και μαζί η κριτική του ικανότητα και η ορθότητα επιλογής των προσφορότερων γνώσεων. Ο βαθμολογητής δηλαδή πρέπει να προσέξει: αν οι γνώσεις είναι αφομοιωμένες και αποτελούν κτήμα του μαθητή· αν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του θέματος κι έχουν λειτουργική σχέση μ” αυτό· αν βασίζονται στα ουσιαστικά γνωρίσματα των δεδομένων εννοιών.
  3. Ο τρόπος που οργανώνει τις σκέψεις του· η ικανότητά του να τους δίνει μορφή λογικών επιχειρημάτων με αποδεικτική δύναμη και αξία.
  4. Ο πλούτος και η ορθότητα των επιχειρημάτων που χρησιμοποιεί για να δικαιολογήσει τις απόψεις του.
  5. Η ελευθερία, η ευρύτητα, η άνεση και η σοβαρότητα της σκέψης· η έλλειψη προκατάληψης και εριστικής διάθεσης.
  • Τα στοιχεία αυτά ως σύνολο έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα και βαθμολογούνται από (0-25).

Σφάλματα για το περιεχόμενο θεωρούνται:

  1. Η προβολή μιας φανερά παράλογης ή ακαθόριστης θέσης.
  2. Η μη λογική «στήριξη» μιας ορθής θέσης.
  3. Η φτωχή και περιορισμένη επιχειρηματολογία.
  4. Η απλή παράθεση ξένων, αναφομοίωτων γνώσεων.
  5. Ο περιττός φόρτος ιστορικών και άλλων παραδειγμάτων.
  6. Η αναπλήρωση της έλλειψης επιχειρημάτων με παραγγέλματα, συμβουλές, ρητά, γνώμες στοχαστών. Των στοιχείων αυτών είναι αποδεκτή η μετρημένη χρήση και μάλιστα όταν έρχονται σε ενίσχυση των λογικών επιχειρημάτων.
  7. Τα παρείσακτα στοιχεία που δεν περιέχονται στις απαιτήσεις του θέματος.
  8. Τα γενικά και αυθαίρετα συμπεράσματα.
  9. Η ανάπτυξη δευτερευόντων σε σημασία σημείων σε βάρος των πρωτευόντων.
  10. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η αδυναμία του μαθητή να δει την ουσία του προβλήματος και η κίνηση της σκέψης του στην περιφέρεια του θέματος.

Β) Τη διάρθρωση των σκέψεων που καθορίζουν το σχέδιο και την οικονομία της έκθεσης.

Θετικά στοιχεία θεωρούνται:

  1. Η λογική διάταξη των σκέψεων, η οργανική και αρμονική σύνδεση μεταξύ τους, έτσι που να βγαίνει η μια μέσα από την άλλη κατά λογική ακολουθία και ακόμη η συγκρότηση των σκέψεων σε πειστικά επιχειρήματα.
  2. Η ορθή κατάταξη των επιχειρημάτων σε κλιμακωτή μορφή.
  3. Η προοδευτική αποκάλυψη και δικαιολόγηση της προσωπικής θέσης.
  4. Η φυσική και αβίαστη κατάληξη σ” ένα λογικό συμπέρασμα.
  5. Η ανεξαρτησία από προκαθορισμένα γενικά πρότυπα (καλούπια) και η πρωτοτυπία.
  • Τα στοιχεία αυτά βαθμολογούνται σαν σύνολο από 0-10.

Σφάλματα στη διάρθρωση των σκέψεων θεωρούνται:

  1. Η έλλειψη καθορισμένης πορείας και η άτακτη παράθεση των σκέψεων.
  2. Η έλλειψη ενότητας είτε ανάμεσα στα μέρη (πρόλογο, κύριο θέμα, επίλογο) είτε ανάμεσα στις επιμέρους σκέψεις και επιχειρήματα.
  3. Η κυκλική πορεία στην ανάπτυξη, που δεν προωθεί τη σκέψη με νέες εμπνεύσεις, αλλά την επαναφέρει στο σημείο αφετηρίας με επαναλήψεις.

Γ) Την έκφραση ή μορφή. Αυτή αποτελεί το είδος, την ποιότητα του λόγου, που χρησιμοποιεί ο μαθητής, για να διαρθρώσει και να παρουσιάσει το σύνολο των σκέψεών του.

Θετικά στοιχεία θεωρούνται:

  1. Η ακρίβεια της διατύπωσης, η σαφήνεια και η καθαρότητα, η μετρημένη χρήση των εκφραστικών τρόπων.
  2. Η συμφωνία του λόγου με τις απαιτήσεις του περιεχόμενου.
  3. Η ομοιομορφία του λόγου σ” ολόκληρη την έκθεση, που δείχνει ότι οι διατυπωμένες σκέψεις είναι προσωπικό κτήμα του μαθητή.
  4. Ο λογικός, λεκτικός και εκφραστικός πλούτος.
  • Τα στοιχεία μορφής στο σύνολο βαθμολογούνται από 0-15.

Σφάλματα στην έκφραση θεωρούνται:

  1. Η εκφραστική ανακρίβεια, η ασάφεια και αοριστία, το σκοτεινό ύφος και o επιφανειακός εκφραστικός πλούτος (βερμπαλισμός, κενολογία).
  2. Ο ιστορισμός, ο ρητορισμός, ο λογοτεχνισμός, η φλυαρία, η ωραιολογία.
  3. Η εκφραστική ανομοιομορφία.
  4. Η εκφραστική δυσκαμψία και φτώχεια, που συχνά συνοδεύεται από τη μονότονη επανάληψη λέξεων και εκφράσεων.
  5. Η απεραντολογία με τις φορτικές επαναλήψεις νοημάτων.
  6. Η ανάμειξη της δημοτικής και της καθαρεύουσας.
  7. Τα γραμματικά και συντακτικά λάθη. Η επισήμανσή τους πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες που περιέχουν τα σχολικά εγχειρίδια (Νεοελληνική Γραμματική, Συντακτικό της νέας ελληνικής).

Θεώρηση του συνόλου

Η προσπάθεια για αξιολόγηση της έκθεσης με την πρόσθεση των επιμέρους βαθμών μπορεί να μην ανταποκρίνεται στο αίτημα για δίκαιη βαθμολόγηση. O ίδιος ο διορθωτής αισθάνεται πολλές φορές την ανάγκη να δει το γραπτό στο σύνολό του.

“Αλλωστε περιεχόμενο, σχέδιο και μορφή, ουσιαστικά δεν διαχωρίζονται. Γι” αυτό, καλό είναι η βαθμολογία να στηρίζεται στη θεώρηση του συνόλου σε συνδυασμό με την εκτίμηση των επιμέρους στοιχείων.

Με την ευκαιρία αυτή μπορεί ο διορθωτής να λάβει υπόψη του και τη γενική εικόνα του γραπτού.

Θετικά στοιχεία θεωρούνται: η ευανάγνωστη γραφή, το καθαρογραμμένο γραπτό, η ορθή χρήση των σημείων στίξης, η ορθή διάκριση παραγράφων.

Αρνητικά στοιχεία είναι: η ακαταστασία του γραπτού, η κακή χρήση της στίξης, η έλλειψη παραγράφων, οι συχνές διαγραφές λέξεων και φράσεων, οι μουντζούρες.

Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Γενικές αρχές και τεχνικές υποδείξεις για την αξιολόγηση των γραπτών δοκιμίων των Γενικών Εξετάσεων

Χαρακτηριστικά γλώσσας των νέων

2. Χαρακτηριστικά της γλώσσας των νέων

2.1.Το νεανικό λεξιλόγιο περιλαμβάνει τόσο εκφράσεις χωρίς αντίστοιχο στην κοινή γλώσσα (π.χ. για τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα μιας νεανικής κουλτούρας) όσο και εκφράσεις που δηλώνουν μια ιδιαίτερη στάση (οικειότητα, αξιολόγηση, ειρωνεία) απέναντι σε ένα γνωστό αντικείμενο αναφοράς (π.χ. ο χαρακτηρισμός η ώρα του παιδιού για το μάθημα των αγγλικών). Ιδιαίτερα παραγωγικά σημασιολογικά πεδία είναι οι κοινωνικές κατηγορίες (π.χ. φλώρος, τύπισσα), οι βιωματικές και κοινωνικές εμπειρίες (π.χ. ξεσαλώνω “διασκεδάζω’), οι ψυχολογικές καταστάσεις (π.χ. τα πήρα στο κρανίο “εκνευρίστηκα’), οι αξιολογικές (π.χ. αστέρι, σούπερ, τζάμι, χάσιμο “πολύ καλό’) και επιτατικές εκφράσεις (ψιλο-, χοντρο-, καρα-, με τρέλα). Ειδικά για την έκφραση αξιολόγησης και επίτασης έχουν διαπιστωθεί ιδιαίτερα συντακτικά σχήματα,στα ελληνικά π.χ. «και γαμώ + Ονοματική Φράση» (και γαμώ τις φάσεις “πολύ καλή φάση’). Η νεανική επικοινωνία χρησιμοποιεί πολυάριθμες στερεότυπες εκφράσειςγια την οργάνωση του διαλόγου, όπως χαιρετισμούς (έλα ρε, τσα γεια), προσφωνήσεις (ρε μεγάλε), φιλικές υβριστικές προσφωνήσεις (ρε μαλάκα), εκφράσεις συμφωνίας (Μέσα είσαι!), άρνησης (Ούτε με σφαίρες!), επιδοκιμασίας (Φοβερό! “Εγραψε!), έναρξης μιας αφήγησης (π.χ. “Ακου φάση!).

 

Η δημιουργία και ανανέωση του νεανικού λεξιλογίου γίνεται με τέσσερις βασικούς τρόπους: α) αλλαγή σημασίας (π.χ. κόκαλο “μεθυσμένος’)· β) δανεισμός, κατά κύριο λόγο από τα αγγλικά (π.χ. χάι “κεφάτος, φτιαγμένος’)· γ) επιλογές προτύπων σχηματισμού λέξεων, π.χ. το επίθημα -άς για κατηγορίες της νεανικής κουλτούρας με αγγλική βάση (γκραφιτάς, σκινάς, μεταλάς, τσοπεράς κ.ά.) και δ) τροποποίηση λέξεων χωρίς αλλαγή της βασικής τους σημασίας, είτε με επιθήματα (τσιγάρο > τσιγαριά) είτε με σύντμηση (ματσωμένος > ματσό) είτε με μετάθεση φθόγγων ή συλλαβών, τα λεγόμενα ποδανά (“ανάποδα’, π.χ. μεναγκό “γκόμενα’).

 

2.2. Η έρευνα της νεανικής συνομιλίας ασχολείται με φαινόμενα της επικοινωνίας όπως π.χ. η γλωσσική επιθετικότητα, ο διάλογος νέων-ενηλίκων και η αλλαγή γλωσσικού κώδικα. Μελέτες σε διάφορες χώρες δείχνουν ότι οι νέοι χρησιμοποιούν στη διαλογική τους επικοινωνία το σύνολο των γλωσσικών πηγών της κοινότητας όπου ζουν. Εδώ συγκαταλέγονται καταρχήν οι γλώσσες και οι γλωσσικές ποικιλίες του κοινωνικού περίγυρου, όπως η τοπική διάλεκτος (έστω και αν οι νέοι δεν τη μιλούν συστηματικά) ή η γλώσσα μιας εθνικής μειονότητας. Ακόμη, στοιχεία από τα μέσα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας, π.χ. σλόγκαν από διαφημίσεις, ατάκες από ταινίες και τραγούδια κ.ά. Στοιχεία από τις παραπάνω πηγές συνταιριάζονται δημιουργικά στον νεανικό διάλογο, συγκροτώντας ένα «μωσαϊκό» που μεταβάλλεται ανάλογα με τις επικοινωνιακές ανάγκες της στιγμής. Ο τρόπος που γίνεται αυτό, δηλαδή ποια στοιχεία επιλέγουν οι νέοι και πώς τα χρησιμοποιούν στην επικοινωνία τους, αντανακλά τις πολιτισμικές επιρροές και την κοινωνική τοποθέτηση της κάθε νεανικής παρέας.

 

2.3. Συστηματικές διαφορές μεταξύ νέων και ενήλικων ομιλητών μιας κοινότητας έχουν μελετηθεί με τις στατιστικές μεθόδους της κοινωνιογλωσσολογίας. Εξετάζεται η αναλογία πρότυπης και μη πρότυπης γλώσσας (διαλέκτου, λαϊκής γλώσσας) κυρίως στη φωνολογία και σε μικρότερο βαθμό στη μορφολογία, τη σύνταξη και τους συνομιλιακούς δείκτες. “Εχει διαπιστωθεί ότι οι νέοι ομιλητές χρησιμοποιούν στοιχεία μη πρότυπης γλώσσας συχνότερα από ό,τι ενήλικοι ομιλητές. Η διαφορά αυτή ερμηνεύεται είτε ως ένδειξη γλωσσικής αλλαγής, όταν καινοτομικά φαινόμενα εμφανίζονται συχνότερα στην ομιλία των νέων, είτε ως φαινόμενο «ηλικιακής διαβάθμισης», όταν στιγματισμένα φαινόμενα είναι συχνότερα στη νεότητα απ” ό,τι στην ενήλικη ζωή.

3. Κοινωνικά χαρακτηριστικά

Προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί μια νεανική γλώσσα είναι α) η κοινωνικά θεσμοποιημένη κατηγορία της νεότητας και β) κάποια μορφή νεανικής κουλτούρας και «αυτόνομης» νεανικής επικοινωνίας. Οι περισσότερες έρευνες περιορίζουν την κατηγορία της νεότητας στην εφηβική ηλικία (12-18 ετών), άλλες συμπεριλαμβάνουν και τη μετεφηβική ηλικία (έως 25 ή 30 ετών). Ιστορικά,μορφές νεανικής γλώσσας υπήρχαν ήδη σε προηγούμενους αιώνες.  Ωστόσο η γλώσσα των νέων έγινε μαζικό φαινόμενο από τα μεταπολεμικά χρόνια και ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Αυτό ανάγεται στην αυξανόμενη οικονομική και πολιτισμική ανεξαρτησία των νέων στις σύγχρονες κοινωνίες, αλλά και στην κοινή επιρροή από νεανικές κουλτούρες αγγλοαμερικανικής προέλευσης.

 

Γιατί οι νέοι αναπτύσσουν δικούς τους τρόπους έκφρασης; Οι εξηγήσεις της βιβλιογραφίας συνδυάζουν τρεις παράγοντες. Κοινωνιολογικά, κάθε ηλικία έχει ιδιαίτερα γλωσσικά χαρακτηριστικά που συναρτώνται με τυπικές συνθήκες επικοινωνίας. Τα κοινωνικά δίκτυα των νέων είναι στενότερα από αυτά των ενηλίκων, γεγονός που εντείνει την πίεση γλωσσικής συμμόρφωσης με την παρέα. Ακόμη, οι συμβάσεις γλωσσικής ευγένειας και απόστασης που απαιτούνται στην ενήλικη ζωή δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη πλήρως κατά την εφηβεία. “Ετσι εξηγείται το ότι η συχνότητα μη πρότυπης γλώσσας είναι μεγαλύτερη στη νεότητα από ό,τι στην ενήλικη ζωή. Ψυχολογικά, κατά τη νεανική ηλικία διαμορφώνεται η προσωπική και κοινωνική ταυτότητα. Η απόρριψη κατεστημένων τρόπων συμπεριφοράς και ο πειραματισμός με εναλλακτικά μοντέλα, τάσεις που γενικότερα χαρακτηρίζουν την εφηβεία, εκφράζονται και γλωσσικά. Με την ιδιαίτερη γλώσσα τους, οι νέοι συμβολίζουν ότι ανήκουν σε μια ηλικία με δικά της ενδιαφέροντα και αξίες, που διαφέρει τόσο από τα παιδικά όσο και από τα ενήλικα χρόνια. Επικοινωνιακά, λειτουργίες της γλώσσας όπως η εκφραστικότητα, η πρωτοτυπία και το γλωσσικό παιχνίδι ίσως είναι ισχυρότερες στη νεανική ηλικία απ” ό,τι στη μετέπειτα ζωή.

 

Διαφορές της νεανικής γλώσσας σε σχέση με τον τόπο διαβίωσης, την κοινωνική προέλευση και το φύλο των νέων έχουν μελετηθεί για τις αναλογίες πρότυπης και μη πρότυπης γλώσσας (βλ. παραπάνω 2.3). Σε ό,τι αφορά το νεανικό λεξιλόγιο, η μέχρι τώρα έρευνα δεν επιτρέπει γενικεύσεις. Φαίνεται πάντως ότι η χρήση υβριστικού λεξιλογίου και υβριστικών προσφωνήσεων είναι συχνότερη ανάμεσα σε αγόρια. Σαφέστερη είναι η σχέση της γλωσσικής έκφρασης με τη συμμετοχή σε μια νεανική κουλτούρα. Οι νεανικές «σκηνές» που συγκροτούνται γύρω από μουσικά στιλ (π.χ. punk, metal, hip-hop) χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερα λεξιλόγια και τρόπους συνομιλίας που διαμορφώνονται υπό την επιρροή αγγλόφωνων νεανικών μέσων. Σε ό,τι αφορά τις περιστάσεις επικοινωνίας, τα διάφορα στοιχεία της νεανικής γλώσσας χρησιμοποιούνται συστηματικά μόνο στo πλαίσιo της ομάδας συνομηλίκων, τόσο ιδιωτικά όσο και στα διάφορα νεανικά στέκια. Τούτο σημαίνει ότι η γλωσσική συμπεριφορά των νέων είναι διαφορετική π.χ. στην αυλή του σχολείου από ό,τι μέσα στην τάξη. Στοιχεία νεανικής γλώσσας εμφανίζονται επίσης στα διάφορα νεανικά μέσα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας (νεανικά περιοδικά, νεανικό ραδιόφωνο, στίχοι τραγουδιών κλπ.).

  4. Γλωσσική αλλαγή

Η εξέλιξη της νεανικής γλώσσας δείχνει αντίρροπες τάσεις. Μια τάση προς ανομοιογένεια οφείλεται στα επικοινωνιακά κίνητρα του γλωσσικού πειραματισμού και της εκφραστικής πρωτοτυπίας (βλ. παραπάνω 3). Οι παραγωγικές κατηγορίες του λεξιλογίου και οι στερεότυπες εκφράσεις (βλ. παραπάνω 2.1) ανανεώνονται με ταχείς ρυθμούς σε κάθε νεανική παρέα ξεχωριστά. Μια αντίρροπη τάση προς ομοιογένεια δημιουργούν τα πολιτισμικά και γλωσσικά πρότυπα που διαδίδονται από νεανικά μέσα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας. “Ετσι π.χ. η πολιτισμική ταυτότητα των νεανικών μουσικών «σκηνών» συμβολίζεται γλωσσικά με τον αγγλόφωνο-διεθνή τους προσανατολισμό. Ταυτόχρονα, στοιχεία της νεανικής γλώσσας περνούν στην κοινή γλώσσα ως σύμβολα νεανικότητας. Οι νέοι διατηρούν ορισμένες εκφράσεις τους στην ενήλικη ζωή, οι γονείς χρησιμοποιούν ένα μέρος από το επίκαιρο λεξιλόγιο των παιδιών τους, ενώ τα ΜΜΕ προβάλλουν δείγματα νεανικής γλώσσας, π.χ. στη διαφήμιση. Ωστόσο, η διάδοση του νεανικού λεξιλογίου δεν έχει εξηγηθεί ακόμη ικανοποιητικά.

  Γλωσσικές στάσεις

Η γλώσσα των νέων αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και αξιολόγησης τόσο στην προφορική επικοινωνία όσο και στα μέσα ενημέρωσης. Νέοι και ενήλικοι ομιλητές αξιολογούν τη γλώσσα των νέων με διαφορετικό τρόπο. Η στάση των ενηλίκων είναι συχνά επικριτική και διορθωτική. Γονείς και δάσκαλοι αντιδρούν ιδιαίτερα αρνητικά απέναντι στο υβριστικό και βωμολοχικό λεξιλόγιο, χωρίς ίσως να αντιλαμβάνονται ότι το λεξιλόγιο αυτό έχει συγκεκριμένες (διαπροσωπικές, αξιολογικές) λειτουργίες και ότι η συχνότητά του μειώνεται με την είσοδο στην ενήλικη ζωή. Οι νέοι προσάπτουν στη γλώσσα τους αξίες θετικές όπως π.χ. ευθύτητα, αλληλεγγύη, ταύτιση με μια νεανική κουλτούρα. Στα μέσα ενημέρωσης, η στάση απέναντι στη νεανική γλώσσα κυμαίνεται ανάμεσα στην αποδοχή («γλωσσική δημιουργικότητα») και τον στιγματισμό («γλωσσική πενία»). Στην Ελλάδα, ο ημερήσιος και περιοδικός τύπος προβάλλει κατά κανόνα μια στρεβλωμένη εικόνα του νεανικού λεξιλογίου, παρουσιάζει τη γλώσσα των νέων ως κάτι «ακατανόητο» και την αξιολογεί με στερεότυπα (π.χ. συρρίκνωση του νεανικού λεξιλογίου σε «150 λέξεις») που δεν έχουν επιστημονική βάση. “Ενα τέτοιο στερεότυπο είναι η μη αναγνώριση του γεγονότος ότι οι κοινωνικές ομάδες αναπτύσσουν ένα ιδιαίτερο είδος λόγου που εξυπηρετεί την εσωτερική επικοινωνία της ομάδας, αλλά ταυτόχρονα ορίζει και την ταυτότητά της.

 

 

Τρόποι ανάπτυξης παραγράφου


1.    Αιτιολόγηση
θεματική περίοδος
Περιέχει τη θέση του συγγραφέα που είναι έτσι διατυπωµένη, ώστε να µας παρακινεί να ρωτήσουµε «γιατί».
λεπτομέρειες
Παρατίθενται λογικά επιχειρήματα που επιβεβαιώνουν τη θέση του συγγραφέα. Υπάρχουν λέξεις που δηλώνουν αιτιολόγηση
κατακλείδα
Διατυπώνεται κάποιο γενικό συμπέρασμα
2.    Αναλογία (Η έννοια του θέματος παραβάλλεται με μια άλλη, πιο γνωστή και φαινομενικά άσχετη, προκειμένου να διασαφηνιστεί. Πρόκειται ουσιαστικά για μια εκτεταμένη παρομοίωση)
θεματική περίοδος
Εισάγεται η αναλογία (με μεταφορά ή παρομοίωση)
λεπτομέρειες
Παρουσιάζονται οι ομοιότητες ανάμεσα στις δύο έννοιες.
κατακλείδα
Συμπέρασμα, διαπίστωση, συνόψιση
3.    Παραδείγματα
θεματική περίοδος
διατυπώνεται η θέση που θα διασαφηνιστεί
λεπτομέρειες
Η θεματική περίοδος διασαφηνίζεται ή αποδεικνύεται με παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, από την εμπειρία μας, από την ιστορία, τη λογοτεχνία ή ακόμη και επινοημένα 
κατακλείδα
 Διατύπωση γενικού συμπεράσματος
4.    Σύγκριση και αντίθεση
θεματική περίοδος
περιλαμβάνει την κατευθυντήρια ιδέα/ τη βάση προς την οποία θα γίνει η σύγκριση.  Εννοείται ότι αναφέρονται τα συγκρινόμενα μέρη.
λεπτομέρειες
παρουσιάζονται οι μεταξύ τους ομοιότητες ή διαφορές, με δύο τρόπους:
α) ο συγγραφέας εξετάζει κάθε δεδομένο του χωριστά και στο τέλος της παραγράφου δίνει το συμπέρασμα ή την προσωπική του άποψη (ο τρόπος αυτός ονομάζεται «κατά μέλη χωριστά»)
 β) ο συγγραφέας εξετάζει τα δεδομένα του ταυτόχρονα, σε ό,τι αφορά τις ομοιότητες και τις διαφορές τους, και στο τέλος εξάγει το συμπέρασμά του (ο τρόπος αυτός ονομάζεται «ανάπτυξη ένα προς ένα»)
κατακλείδα
περιλαμβάνει το συμπέρασμα της σύγκρισης ή μια γενική κρίση
5.    Ορισμός
Με τον ορισµό εκθέτουµε τα κύρια γνωρίσµατα µιας έννοιας. π.χ.Βάρος ενός σώµατος λέγεται η δύναµη που ασκεί η γη στο σώµα αυτό.
Οριστέα έννοια: Η έννοια που προσδιορίζεται π.χ. βάρος
Γένος: µία ευρύτερη έννοια στην οποία εντάσσεται η οριστέα π.χ. δύναµη
Ειδοποιός διαφορά: Τα χαρακτηριστικά γνωρίσµατα που τη διακρίνουν από τις υπόλοιπες έννοιες που ανήκουν στο ίδιο γένος π.χ …. που ασκεί η γη στο σώµα αυτό.
6.    Διαίρεση
Στην παράγραφο αυτή το όλο χωρίζεται στα μέρη. Αναλύεται το γένος στα είδη με βάση κάποιο ουσιώδες γνώρισμά τους. Συνήθως, η διαίρεση συμπληρώνει τον ορισμό μιας έννοιας.
Μέρη της διαίρεσης:
Διαιρετική βάση:  το κριτήριο στο οποίο στηριζόμαστε για να γίνει η διαίρεση. Η διαιρετική βάση πρέπει να είναι ενιαία.
Διαιρετέα έννοια
Πηλίκο διαίρεσης: Τα μέρη που προκύπτουν.
7.    Αίτιο – αποτέλεσμα
θεματική περίοδος
 Παρουσιάζουμε το γεγονός/ φαινόμενο  που αποτελεί την αιτία του προβλήματος που εξετάζουμε και προϊδεάζουμε για τα αποτελέσματα.
λεπτομέρειες
Στις λεπτομέρειες, είναι
επιβεβλημένο να μην παραθέτουμε απλώς τα αποτελέσματα. Αντιθέτως, οφείλουμε
να τα αναλύουμε/ σχολιάζουμε/ διατυπώνουμε με σαφήνεια.
κατακλείδα
 Διατύπωση γενικού συμπεράσματος

8.    Συνδυασμός μεθόδων
Σε μία παράγραφο μπορεί να συνυπάρχουν διαφορετικοί τρόποι ανάπτυξης. 



Η γλώσσα των πολιτικών και των Μ.Μ.Ε.

Η γλώσσα των πολιτικών και των Μ.Μ.Ε.

Πρόκειται για δύο γλώσσες που δεν διαφέρουν από τις άλλες αργκό ως προς την εξέλιξή τους σε λεξιλογικό και μορφολογικό επίπεδο. Ωστόσο, λόγω της δεσπόζουσας θέσης που κατέχουν οι πολιτικοί και τα Μ.Μ.Ε. στην καθημερινή ζωή, η επιρροή των δύο αυτών ιδιολέκτων στη διαμόρφωση της σύγχρονης γλώσσας θεωρείται εντονότερη από ό,τι η επιρροή άλλων περιορισμένων ιδιολέκτων. Η γλώσσα των πολιτικών μεταδίδεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και έτσι έρχεται το κοινό σε επαφή μαζί της. Το όποιο σχόλιο από την πλευρά του μέσου στον λόγο των πολιτικών έχει να κάνει με το περιεχόμενο και όχι με τη μορφή του, και παρόλο που η παρέμβαση από το μέσο είναι αναπόφευκτη, ακόμη και στην απευθείας μετάδοση του πολιτικού λόγου, τα στοιχεία του λόγου αυτού μεταδίδονται ως επί το πλείστον αναλλοίωτα: στερεότυπα, δογματισμοί, συνθηματολογία και αφορισμοί, δυσνόητα σχήματα λόγου και λέξεις που προσδίδουν σοβαροφάνεια, δημοτικισμός που φτάνει στην εκλαΐκευση, ελλειπτικός λόγος, επιθετική διατύπωση με χρήση του πληθυντικού ευγενείας κ.ά. Η χρήση αυτού του παραλλαγμένου κώδικα ομιλίας, της ξύλινης γλώσσας, παρατηρείται εδώ και αρκετές δεκαετίες. Η θέση του πολιτικού στην κοινωνία ως προσώπου-προτύπου και η συνεχής προβολή του από τα Μ.Μ.Ε. σημαίνουν, εκτός από τη μεγάλη απήχηση του πολιτικού στο κοινό, την αναπόφευκτη επίδραση του ξύλινου πολιτικού λόγου στο ίδιο το εκφραστικό οπλοστάσιο της γλώσσας. Η γλώσσα των Μ.Μ.Ε., ή αλλιώς η δημοσιογραφική αργκό, βασίζεται κυρίως στην καθομιλουμένη -στην επίσημη και στη λαϊκή της εκδοχή- και στην πολιτική συνθηματολογία, ενώ αντλεί στοιχεία από τις υπόλοιπες αργκό, τον προφορικό λόγο και την επιστημονική ορολογία, χρησιμοποιεί δε κατά κόρον ξενικά δάνεια, παθητική σύνταξη, μετωνυμίες, μεταφορές, αξιολογική χρήση επιθέτων, απουσία συνδετικών στοιχείων κ.ά. Όσο ελεγχόμενο και αν είναι το περιεχόμενο ενός κειμένου ή μιας εκπομπής ώστε να ανταποκρίνεται στις πολιτικές και αισθητικές αρχές του έντυπου ή ηλεκτρονικού μέσου, διαμορφώνεται εξωτερικά με βάση λίγο-πολύ τα προαναφερθέντα στοιχεία. Η επίδραση που ασκεί η γλώσσα των Μ.Μ.Ε στην καθομιλουμένη είναι τεράστια. Σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ., ενσωμάτωση δάνειων λέξεων και εκφράσεων, σημασιολογικές αλλαγές), η επίδραση αυτή δεν αντιφάσκει με τη «φυσιολογική» εξέλιξη της γλώσσας· άλλοτε, η δημοσιογραφική αργκό προκαλεί μεταβολές και προσαρμογές της γλώσσας στις δικές της ανάγκες, επιβάλλοντας μέχρι και αλλαγές στο συντακτικό και τη γραμματική: το αμετάβατο μέσης διάθεσης ρήμα «διαρρέω» χρησιμοποιείται ως μεταβατικό ενεργητικής διάθεσης -το περιβάλλον του υπουργού διέρρευσε την πληροφορία ότι…- ή, αντιστρόφως, το μέσης φωνής και ενεργητικής διάθεσης μεταβατικό ρήμα «διαπραγματεύομαι» αποκτά παθητική διάθεση – οι μετοχές που διαπραγματεύτηκαν ήταν οι εξής… Σημειωτέον ότι τα Μ.Μ.Ε. δεν μεταδίδουν μόνο τον δημοσιογραφικό λόγο, αλλά ακόμη τον λόγο της διαφήμισης (παρόμοιο σε μορφή και μεθοδολογία με τον δημοσιογραφικό) και ένα πλέγμα από διάφορους άλλους ιδιωματικούς λόγους, απροκάλυπτα ή συγκαλυμμένα, μέσω των διάφορων δημοσιευμάτων ή εκπομπών. Τα Μ.Μ.Ε. αποτελούν έτσι καθρέφτη της σύγχρονης γραπτής και προφορικής γλώσσας. Με τα ιδιαίτερα εκφραστικά μέσα όμως που χρησιμοποιούν, με την επαναληπτικότητα που τα διακρίνει, με την εξέχουσα θέση που κατέχουν στη συνείδηση του κοινού, με την καθημερινή σχέση πομπού-αποδέκτη, είναι και αναμφισβήτητος διαμορφωτής αυτής. Από την πρόσφατη ιστορία μας, τις αρχές της δεκαετίας του ’80, μπορούμε να αντλήσουμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα που καταδεικνύουν το μέγεθος της επίδρασης του λόγου των Μ.Μ.Ε. στη γλώσσα: τη χρήση του μονοτονικού από τις εφημερίδες (που απλούστευε και επιτάχυνε την καθημερινή διαδικασία της εκτύπωσης) πριν από την επίσημη εφαρμογή του και τη θεσμική του κατοχύρωση, καθώς και την τεράστια επιρροή που άσκησε ο λόγος και το ύφος των περιοδικών lifestyle, όχι μόνο στην καθομιλουμένη (ιδίως στον τρόπο έκφρασης των νέων), αλλά και στον γραπτό λόγο της τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής. Οι στερεότυπες εκφράσεις, σε συνδυασμό με την κατάχρηση της -όχι και τόσο πρωτότυπης- μεταφοράς και με την υπερβολή στην έκφραση (προς άγραν τηλεθέασης ή κυκλοφορίας) παράγουν μια «πληθωριστική» γλώσσα και λειτουργούν, τελικά, εις βάρος της ίδιας της πληροφορίας αλλά και των εκφραστικών μέσων της γλώσσας. Έχει ενδιαφέρον ότι σε αυτόν τον γλωσσικό και νοηματικό πληθωρισμό, γίνεται από τα Μ.Μ.Ε. κατάχρηση ακόμη και της μοναδικής λέξης που δεν θα έπρεπε ποτέ να χρησιμοποιείται μεταφορικά: του επιρρήματος «κυριολεκτικά». Φράσεις όπως κυριολεκτικά έπεσαν από τα σύννεφα, ακυρώνουν τη σημασία και τη βαρύτητα της λέξης (εκτός αν αναφέρονται σε αεροπορικό δυστύχημα) και τελικά φτωχαίνουν τη γλώσσα, στερώντας την από ένα ιδιαίτερα ακριβές και γλαφυρό εκφραστικό μέσο. Έτσι, το καθημερινό τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων αποτελεί, ανεξαρτήτως του περιεχομένου του, «απίστευτη ταλαιπωρία για χιλιάδες τηλεθεατές» ενώ οι πραγματικές ειδήσεις, κρυμμένες πίσω από κραυγαλέους και, ταυτόχρονα, χιλιοειπωμένους τίτλους, δύσκολα κατορθώνουν να διεισδύσουν στην αντίληψη των τηλεθεατών, που «καταρρέουν σαν χάρτινος πύργος» στον καναπέ τους.

Previous Older Entries

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.