Γυναίκα και λογοτεχνία…Η ιστορία μιας δυνατής σχέσης

Από το ρόλο της αναγνώστριας στο ρόλο της συγγραφέως

Της Πέρσας Κουμούτση

Οι γυναίκες έχουν ανακηρυχθεί σε …πρωταθλήτριες στην ανάγνωση της λογοτεχνίας, σύμφωνα με τις σύγχρονες στατιστικές. Εξ ίσου σημαντικός όμως εξελίσσεται και ο ρόλος τους στη συγγραφή της λογοτεχνίας. Τα τελευταία χρόνια, ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός γυναικών έχουν περάσει από το ρόλο της αναγνώστριας, στο ρόλο της συγγραφέως, δημιουργώντας το δικό τους, γυναικείο κατά κανόνα, αλλά ιδιαίτερα πιστό κοινό. Που περιμένει τα βιβλία τους και τα διαβάζει. Πώς έγινε αυτή η μεταβολή; Πώς η γυναίκα, από «αδύναμη» ηρωίδα στα έργα της ανδροκρατούμενης λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, βρέθηκε να είναι πρωταγωνίστρια και δημιουργός της λογοτεχνίας στη σύγχρονη εποχή; Το ενδιαφέρον κείμενο της συγγραφέως και μεταφράστριας Πέρσας Κουμούτση που ακολουθεί, φωτίζει πλευρές από την πορεία αυτής της αλλαγής, από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα.Η γυναίκα στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα

H λογοτεχνία αντανακλά την κοινωνία και την εποχή κατά τη οποία γράφεται. Τον 19ο αιώνα έως τις απαρχές του 20ου η λογοτεχνία όπως κάθε άλλη πολιτιστική και πολιτική έκφανση είναι ανδρική υπόθεση. Έτσι ο ρόλος της γυναίκας σε αυτή, δε θα μπορούσε παρά να είναι υποδεέστερης σημασίας ή επικουρικός στην καλύτερη περίπτωση. Η λογοτεχνία βρίθει από γυναικείους χαρακτήρες που είναι ανίκανες να αναπτύξουν πρωτοβουλίες πέρα εκείνων του σπιτιού και της οικογένειας, αφού το μόνο που τους επιτρέπεται είναι να κοιτούν τον κόσμο να τους προσπερνά, αλλά όχι να συμμετέχουν ενεργά σε αυτόν. Γυναίκες που τρελάθηκαν, ή πλήρωσαν αδρά το τίμημα του λάθους τους να ενδώσουν στο αμάρτημα του έρωτα, της ίδια της ζωής. Σε αντιπαράθεση όλων αυτών, εξαίρεση και αχτίδα φωτός αποτελεί ο Παπαδιαμάντης με τα γνωστά πεζογραφήματα του στα οποία πρωταγωνιστούν οι γυναίκες διαφορετικές που προκαλούν με την αντισυμβατική και προκλητική για τα ήθη της εποχής συμπεριφορά τους.

20ος αιώνας: Πολιτικά δικαιώματα και αναλφαβητισμός

Το ίδιο εξακολουθεί να συμβαίνει και στις αρχές του 20 αιώνα. και παρότι η ισότητα των φύλων τυπικά αναγνωρίζεται ενώπιον του νόμου λίγο πριν το ’30 ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την αναγνώριση των πολιτικών δικαιωμάτων στο γυναικείο πληθυσμό, η γυναίκα κάθε άλλο από ισότιμη του άντρα είναι τελικά. Oι γυναίκες, στην πλειοψηφία τους, εξακολουθούν να είναι αναλφάβητες, ενώ οι συγγραφείς, παιδιά της εποχής τους, απηχούν τις αντιλήψεις της.

Γυναικεία λογοτεχνία στο Μεσοπόλεμο

Στη μεσοπολεμική λογοτεχνία ωστόσο, το τοπίο αρχίζει να αλλάζει. Οι γυναίκες συνεχίζουν να διεκδικούν το δικαίωμα στην αυτεξουσιότητας τους και η παρουσίας της γυναίκας στην πολιτιστική κίνηση της χώρας και ειδικότερα στην λογοτεχνία γίνεται αισθητή και ανθίζει χρόνο με το χρόνο. Οι επίμονες προσπάθειες του γυναικείου κινήματος στα τέλη της δεκαετίας του 30 και το 40 συμβάλλουν τα μέγιστα σε αυτό, όπως επίσης και η λογοτεχνία των Ελληνίδων συγγραφέων της διασποράς. Οι γυναίκες του προσφυγικού πληθυσμού άλλωστε έχουν ήδη δημιουργήσει συλλόγους, εκδίδουν περιοδικά και ζητούν αδιαπραγμάτευτα την αναγνώριση του ρόλου των γυναικών στην κοινωνία, από τη δεκαετία του ’30. Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου σημειώνεται η πρώτη «μαζική» εμφάνιση γυναικών συγγραφέων στην καθυστερημένη Ελλάδα και στα δύο κύρια είδη της λογοτεχνίας: την Ποίηση και το Μυθιστόρημα. Ανάμεσα στις πρωτοπόρες υπήρξαν η Γαλάτεια Καζαντζάκη, η `Ελλη Αλεξίου, η Μέλπω Αξιώτη, η Διδώ Σωτηρίου στην Πεζογραφία και η Μαρία Πολυδούρη, η Μυρτιώτισσα, η Ζωή Καρέλλη στην Ποίηση.

Η Μεταπολεμική γυναικεία συγγραφική δημιουργία

Παρόλα αυτά η αθρόα παρουσία των γυναικών στη λογοτεχνική παραγωγή της Ελλάδας έρχεται μεταπολεμικά και πιο συγκεκριμένα από το 1950 και έπειτα, αφού τότε εμφανίζονται στα γράμματα δυο γενιές γυναικών, οι περισσότερες από τις οποίες εξακολουθούν να γράφουν και να δημοσιεύουν ως σήμερα. Αν προπολεμικά η γυναίκα που έγραφε λογοτεχνία, όπως και η γυναίκα ως θέμα, με τα ιδιαίτερα προβλήματά της, ήταν γνωστές μόνο σε ένα περιορισμένο κύκλο διανοουμένων, η κατάσταση αυτή άλλαξε στις μεταπολεμικές δεκαετίες. Ένας από τους βασικούς παράγοντες αυτής της αλλαγής ήταν ότι η γυναίκα ολοένα και περισσότερο συμμετείχε στην παραγωγή, και κατά συνέπεια απαιτούσε να διευρύνει τους ορίζοντές της. Εκτός από τις επιστήμες, η λογοτεχνία ήταν ένα από τα πιο προνομιακά πεδία άσκησης της γυναικείας εμπειρίας, της περιγραφής των νέων κοινωνικών ηθών, και της αποτύπωσης των ψυχικών αντιδράσεων της μεταπολεμικής γυναίκας. Τα προηγούμενα χρόνια η γυναίκα αναμίχθηκε ενεργά στην πολιτική, πέρασε δοκιμασίες, συμμετείχε στα κατοχικά ή στον εμφύλιο και διώχθηκε , -ας μη ξεχνάμε ότι πολλές γυναίκες έφυγαν και εγκαταστάθηκαν σε χώρες της δυτικής και της ανατολικής Ευρώπης, ενώ άλλες κλείστηκαν σε στρατόπεδα «πολιτικής ανανήψεως»- , όπως ακριβώς και οι άνδρες που ανήκαν στην αριστερά. Η ποιήτρια Βικτωρία Θεοδώρου ήταν, λ.χ., έγκλειστη στο Τρίκερι, η συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας Άλκη Ζέη έζησε στη Μόσχα, η καθηγήτρια φιλοσοφίας και πεζογράφος Μιμίκα Κρανάκη το 1945 έφυγε για τη Γαλλία, και άλλες πολλές αλλού. Βιώματα από αυτές τις περιπέτειες έχουν καταγραφεί σε πολλά βιβλία προσωπικών μαρτυριών, ποίησης και μυθιστορημάτων.

Η δεκαετία του ’60

Από το 1960 η λογοτεχνία των γυναικών στην Ελλάδα μπαίνει σε μια νέα φάση. Παλαιότερα ταμπού γλώσσα και καταστάσεις αλλάζουν, η παλιά θεματολογία υποσκελίζεται από νέες με σημαία εκείνη της σεξουαλικότητας της γυναίκας που γίνεται και η κύρια πηγή της δημιουργικής της έμπνευσης. Η γυναίκα υψώνει τη φωνή ενάντια στο κατεστημένο, ενάντια στην οικονομική καταπίεση, ακόμα και στο γάμο και όπως είναι πλέον παραπάνω από αισθητική, απαραίτητη, η συμμετοχή της στην παραγωγή, έχει ενεργό ανάμειξη στις αποφάσεις που παίρνονται σε όλες τις βαθμίδες και τις πτυχές της δημόσιας ζωής.

Από το ρόλο της αναγνώστριας στο ρόλο της συγγραφέως

Τα παλιά γυναικεία πρότυπα, σιγά σιγά παύουν να υπάρχουν, γεννιούνται όμως καινούργια, αρκετά από τα οποία είναι όμως αρνητικά, κυρίως γιατί αλυσοδένουν τη σύγχρονη γυναίκα στην κοινωνία της κατανάλωσης. Αυτό που μπορούμε να πούμε ως προς τη λογοτεχνία είναι ότι αφ’ ενός η γυναίκα αντιμετωπίζεται κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα απολύτως ως ίση με τους άνδρες ομότεχνούς της, ενώ μετά το 1990, η σημαντική αύξηση του γυναικείου αναγνωστικού κοινού, επιβάλλει κατά κάποιο τρόπο στην αγορά και την ύπαρξη βιβλίων (κυρίως πεζογραφίας) που να ασχολούνται με ανάλογα θέματα. Κατ’ αυτό τον τρόπο γεννήθηκε μια ευρεία ομάδα αναγνωστριών, σε όλη την Ελλάδα, οι οποίες πολύ εύκολα περνούν από τη θέση του αναγνώστη στη θέση του συγγραφέα, θέλοντας κατά πρώτο λόγο να πουν τη δική τους ιστορία ζωής, να αποκαλύψουν τον δικό τους τρόπο να βλέπουν τον κόσμο.

Επιστροφή στο παλιό ρομαντικό βιβλίο

Σήμερα, η λογοτεχνία στην Ελλάδα θα έλεγα πως βρίσκεται σε σημείο καμπής. Υπάρχει μια τάση μεταστροφής στο παλιό, ρομαντικό βιβλίο, καθώς τα πάντα κατά τη άποψη της έχουν ειπωθεί. Η μεταστροφή αυτή δεν είναι σπασμωδική αλλά πιο στοχαστική, ενώ, σε πολλές περιπτώσεις, αν δεν ξέρεις το φύλο του συγγραφέα δεν μπορείς να το καταλάβεις από το γράψιμό του. Άλλωστε επειδή ακριβώς ορισμένα θέματα, όπως οι ερωτικές σχέσεις, είναι σε μεγαλύτερη ζήτηση, δεν είναι σπάνιο να ασχολούνται με αυτές και άνδρες. Αντίθετα λίγες είναι αυτές που ασχολούνται με το μεταναστευτικό ζήτημα, για παράδειγμα την οικονομική ύφεση και την παγκοσμιοποίηση, καθότι άλλα ‘εμπορικά’ θέματα τα υποσκελίζουν. Όμως αυτό δε συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, αλλά είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Επίσης αρκετές από τις νεαρές γυναίκες που γράφουν, θέλοντας να είναι αποκαλυπτικές, διαλέγουν τολμηρά θέματα, με τα οποία καταπιάνονται δύσκολα οι αντίστοιχης ηλικίας άντρες συγγραφείς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα βιβλία δεν διακρίνονται για τη δύναμη, την πρωτοτυπία, την ευαισθησία και τον ενδιαφέροντα χειρισμό της γλώσσας. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο ότι η πλειοψηφία των πρωτοεμφανιζόμενων πεζογράφων που βραβεύονται σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς είναι νεαρά κορίτσια!

Πηγή : http://persakoumoutsi.psichogios.gr/

 

You must be logged in to post a comment.

Σεξιστικές διαφημίσεις

Γυναίκες βιαστείτε! Φανείτε χρήσιμες στους άντρες σας ράβοντάς τους τα ρούχα!

«Φανταστείτε έναν κόσμο χωρίς αυτήν…» Διαφήμιση ασφαλιστικής εταιρείας που… υπολογίζει πόσα δολάρια «κοστίζουν» οι υπηρεσίες τις γυναίκας στο σπίτι (μαγείρεμα, καθάρισμα κτλ.)

«Αν ο άνδρας σου ανακαλύψει ότι δεν διαλέγεις τον καλύτερο καφέ τότε…». Η εικόνα μιλάει από μόνη της.

6.Η άποψη ότι γυναίκα και μαγείρεμα είναι έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, λανσάρεται- αρκετά ωμά θα λέγαμε- μέσω της παραπάνω διαφήμισης της Kenwood. Το μηχάνημα Chef λοιπόν, κάνει τα πάντα εκτός από το να μαγειρεύει. Αλλά ποιος νοιάζεται; Για αυτό έχουμε τις γυναίκες! Το συγκαταβατικό χαμόγελο στα χείλη της γυναίκας και το κλασικό χάρτινο καπέλο του σεφ, συνεισφέρουν και αυτά με την σειρά τους στην υποτιθέμενη αποδοχή της παραπάνω πρότασης από το γυναικείο φύλο.

7.«Είναι καλό να έχεις μια γυναίκα στο σπίτι». Από μόνη της η φράση παραπέμπει σε… κατοικίδιο. Βλέποντας όμως παράλληλα και την μακάβρια φωτογραφία συνειδητοποιούμε ότι πρόκειται για την πιο αλλόκοτη σεξιστική διαφήμιση που κυκλοφόρησε ποτέ. Για να καταλάβουμε τι ακριβώς διαφημίζει, θα πρέπει να διαβάσουμε τα… ψιλά γράμματα: «Μπορεί να ήταν «γυναίκα –τίγρης», αλλά ο ήρωας μας δεν χρειάστηκε καν να πυροβολήσει για να την ρίξει στο πάτωμα. Με ένα βλέμμα στο Mr. Leggs παντελόνι του, ήταν έτοιμη να γίνει χαλί να την πατήσει…..». Ναι λοιπόν, με ένα καλοσιδερωμένο παντελόνι Mr. Leggs, ακόμα και οι πιο ατίθασες γυναίκες γίνονται… χαλί και μάλιστα τιγρέ!

ΣΕΞΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Παρά τις διαμαρτυρίες αρκετών, σήμερα η ισότητα των δύο φύλων μοιάζει δεδομένη. Δεν είναι τυχαίο ότι η κοινή γνώμη τάσσεται αυτόματα κατά της όποιας σεξιστικής αναφοράς μπορεί να περιέχεται σε δηλώσεις δημόσιων προσώπων, καλλιτεχνών και πολιτικών. Η διαφήμιση από τότε που στα –πρώτα μεταπολεμικά χρόνια- ανακάλυψε στο γυναικείο πληθυσμό τη δυνατότητα διπλασιασμού του καταναλωτικού κοινού φροντίζει ιδιαίτερα να θωρακίζει το προφίλ της ανεξάρτητης γυναίκας. Ωστόσο, δεν ήταν πάντα έτσι, αφού δεν ήταν λίγα τα χρόνια κατά τα οποία οι διαφημιστές προτιμούσαν να τονώνουν την ανδρική εντύπωση περί ανωτερότητας. Πάρτε μια γεύση από τις δέκα τέσσερις vintage διαφημιστικές καταχωρήσεις .

   1. “Blow in her face and she’ll follow you anywhere.” Ελληνιστί, «Φύσα τον καπνό στο πρόσωπό της και θα σε ακολουθεί παντού». Το μότο αυτό πρωτοεμφανίστηκε το 1960 από την αμερικάνικη εταιρεία Tipalet και έμεινε στην ιστορία ως ένα από τα πιο φαλλοκρατικά συνθήματα σε διαφήμιση εκείνης της περιόδου. Πιθανότατα να αποτέλεσε και προπομπό του σαφέστατου υπονοούμενου που χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα άντρες και γυναίκες.
5. Μεταφράζουμε αυτολεξεί και βγάλτε μόνοι σας συμπεράσματα: «Γυναίκες. Παρατηρήστε αυτήν την διαφήμιση προσεχτικά. Κυκλώστε τα αντικείμενα που θέλετε για τα Χριστούγεννα. Δείξτε την στον άντρα σας. Αν δεν πάει αμέσως στο κατάστημα για να τα πάρει, κλάψτε λίγο. Όχι πολύ. Λιγουλάκι. Θα πάει, θα πάει». Ακολουθούν φωτογραφίες από μίξερ, φρυγανιέρα, βραστήρα, τοστιέρα, και άλλα κουζινικά σκεύη και η επίκαιρη λόγω εορτών διαφήμιση συνεχίζεται: «Άντρες. Παρατηρήστε καλά αυτήν την διαφήμιση. Διαλέξτε ότι θέλει η γυναίκα σας. Πηγαίνετε να το αγοράσετε. Πριν αρχίσει να κλαίει».
3. Την εποχή που η Del Monte δεν έφτιαχνε μόνο κομπόστες και δεν εισήγαγε μπανάνες, φρόντιζε να υποβιβάζει προκλητικά τον γυναικείο πληθυσμό με διαφημίσεις όπως η παραπάνω. Ναι, αυτή η κέτσαπ ήταν τόσο εύκολη στο άνοιγμα που ακόμα και μία – αδύναμη, ‘ανόητη’ και ντελικάτη– γυναίκα θα μπορούσε να την ανοίξει.

Αμάντας Μιχαλοπούλου Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη β απόσπασμα

Καπνίζουμε συγχυσμένες στις τουαλέτες του Βαρ­βακείου. Η Άννα αποκαλεί το σχολείο μας «προ­πύργιο της ανδροκρατίας». Και είναι. Τ’ αγόρια κυ­κλοφορούν όπως θέλουν, εμείς με ποδιές. «Παλιοκαρακάξες! Βγάζουν τα μάτια τους με τα ίδια τους τα χέρια. Θέλουν να μας κάνουν νοικοκυρούλες κι εμάς». Σήμερα τα ‘χει βάλει με τη Σαρτζετάκη, την καθηγήτρια οι­κοκυρικών. Αρνήθηκε να φτιάξει το πλεχτό καπελάκι για το χαρτί υγείας και βρήκε τον μπελά της. ((Λυπά­μαι τον άντρα που θα σε πάρει, κακομοίρα μου» της εί­πε η Σαρτζετάκη. ((Κι εγώ τον δικό σας» απάντησε η Άννα κι έφαγε ένα περιποιημένο χαστούκι.
Βγήκε από την τάξη αναψοκοκκινισμένη κι έτρεξα από πίσω της για να την ηρεμήσω. Η Άννα ομορφαί­νει κι άλλο όταν κοκκινίζει. Κάθεται στο πεζουλάκι με τα χέρια στη μέση και μου ρίχνει μια απ’ αυτές τις αστραποβόλες ματιές της. Θα θυμώσει αν της πω για παρηγοριά ότι είμαστε πολύ κομψές μέσα στις ποδιές του Τσεκλένη, με το γιακαδάκι μάο; – «σωστές μα­εστρίες», λέει η Άννα όταν έχει κέφια, ((γεμάτες α­ντιφάσεις». ‘Ετσι μιλάει φέτος. Διαβάζει Μαρξ και  Έγκελς και πετάει λέξεις όπως ((αποξένωση», «κεφάλαιο», «προβληματισμός». Αλλά πριν σχολάσουμε, ανανεώνουμε το λιπ γκλος κεράσι στις τουαλέτες και στρώνουμε τις φράντζες μας με τα χέρια. Φέτος έχου­με και γυναικείες τουαλέτες. Στη δευτέρα γυμνασίου σφιγγόμασταν και κατουράγαμε σπίτι. Με χίλια τρια­κόσια αγόρια και μόλις εξήντα πέντε κορίτσια, ήταν δύσκολο να τους πείσουμε ότι έχουμε κι εμείς φυσικές ανάγκες.
((Έλα βρε Άννα! Μην ασχολείσαι άλλο μ’ αυτή την κομπλεξική…»
((Να μην ασχολούμαι; Μα αυτή αποφασίζει για το μέλλον μας!»
Πάντα δραματική. Εγώ δαγκώνω απλώς τα χείλη αν με προσβάλουν. Όταν μας πρωτοστείλανε για γυ­μναστική στο προαύλιο του Αγίου Νικολάου -κοιλια­κούς στο πεζοδρόμιο, ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυ­τοκίνητα- έκανα μια γκριμάτσα, η στρίγκλα η γυμνά­στρια μας με είδε και είπε: ((Πολύ μη μου άπτου δεν είσαι, Παπαμαύρου;». Δάγκωσα τα χείλη και τέλειω­σε το θέμα. Η Άννα δεν ανέχεται μύγα στο σπαθί της.
«Θα το πω στην Αντιγόνη» λέει.
«Και τι θα κάνει, νομίζεις;»
«Θα έρθει στο σχολείο και θα της μάθει να φέρεται της ηλίθιας. Πρώτα πρώτα δεν έχει δικαίωμα ν α­πλώνει το κουλό της».
Η Αντιγόνη έρχεται στο σχολείο για ψύλλου πήδη­μα: επειδή το βιβλίο θρησκευτικών γράφει ((Η εργαζο­μένη σύζυγος γεμίζει το σπίτι με άγχος και αγωνία, γιατί δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε όλα της τα καθή­κοντα»- ή ((Πολλοί άνθρωποι και μάλιστα νέοι ακο­λούθησαν τις παράλογες ιδέες του Σαρτρ»- ή ((Οι ξένοι τουρίστες μεταφέρουν την άκρατη ελευθερία που επι­κρατεί στη χώρα τους (ήθη και έθιμα, σεξουαλισμός, έλλειψη δημόσιας αιδούς, τρόποι ενδυμασίας κ.ά.)».
Στο τέλος ζήτησε να εξαιρεθεί η Άννα από το μά­θημα θρησκευτικών. Τη βλέπω από το παράθυρο της τάξης να κόβει βόλτες στο προαύλιο και θυμώνω που χάνω τόσες ώρες συζήτησης μαζί της, μόνο και μόνο για ν’ ακούω διάφορες βλακείες για τον Ιησού. Τι να κάνουμε; Η μαμά έχει γίνει θεούσα. Ξημεροβραδιάζε­ται στις εκκλησίες, ετοιμάζει πρόσφορα. Έχει παχύνει κι άλλο, περιμένει τα πάντα από το Θεό και από τους Γουέιτ Γουότσερς. Όσο για τον μπαμπά, δεν περιμένει τίποτα πια και από κανέναν. Πήρε πρόωρη σύνταξη και περνάει τις ημέρες του στο καφενείο, κάτω από το διαμέρισμα μας- τις Κυριακές στα γήπεδα. Ευτυχώς το πρωί έχω σχολείο, το απόγευμα πηγαίνω στο Γαλ­λικό Ινστιτούτο της Σίνα κι έτσι ξεχνάω λίγο πως οι γονείς μου έχουν γίνει θεοσεβούμενοι και ανίσχυροι. Μόλις μπω στο σπίτι πετάω ένα γεια και κλείνομαι στο δωμάτιο μου. Διαβάζω ό,τι πέσει στα χέρια μου, ακούω μόνο Κιουρ. Ο κόσμος να χαλάσει, δε βγαίνω α­πό κει μέσα.
Αλλά ακόμη κι αν χαλάσει ο κόσμος, το αλάτι δε σκουληκιάζει.
Πού το θυμήθηκα πάλι αυτό;
«Ασε τις γκριμάτσες! Μην κάνεις σαν μυγιάγγι-χτο!» λέει η Άννα.
Το καλοκαίρι χρησιμοποιούσαμε μαξιλάρι, ή βάζαμε τν)ν παλάμη μας μπροστά στο στόμα. Τώρα επιμένει να φιληθούμε κανονικά, με γλώσσα, για να ξέρουμε πώς εί­ναι, τι μας περιμένει. Κλειδωμένες στο μπάνιο της Πλά­κας, η Άννα σκαρφαλωμένη στο πλυντήριο των ρούχων εγώ όρθια μπροστά της.
«Κλείσε τα μάτια σου, μερντ! Δεν ήρθε το τέλος του κόσμου».
Στην αρχή τα χείλη της, σα να φιλάς γιαρμά. Και μετά μια κρύα γλώσσα, που ζεσταίνεται και μαλακώ­νει, συναντώντας τη δική μου. Πάνω που αρχίζω να συνηθίζω, η Άννα το κόβει. Σκουπίζει τα χείλη της με μανία.
((Τι έπαθες;» ρωτάω. «Γιατί σταματήσαμε;»
((Σου καλάρεσε;» λέει και σκάει στα γέλια. ((Δεν ντρέπεσαι λίγο;»
((Παράτα μας! Δική σου ιδέα ήταν!»
((Ναι, ωραία, για να μην είμαστε άσχετες. Δε θα γίνουμε και λεσβίες!»
Λέει να βάλουμε στοίχημα ποια θα πρωτοφιλήσει ένα αγόρι του Βαρβακείου. ((Είναι τόσα πολλά! Μπο­ρούμε να δοκιμάζουμε κάθε μέρα και με άλλον!»
Η Άννα δοκιμάζει ήδη το επόμενο μεσημέρι, μετά το σχόλασμα. Είναι εντελώς αδιάντροπη, πλευρίζει έ­να αγόρι από το λύκειο, τον Φίλιππο, και τον ρωτάει αν μπορεί να την πάει σπίτι με τη μηχανή του. Ύστερα χασομεράει ισιώνοντας και ξεϊσιώνοντας το καθρεφτά-κι της μηχανής, γελώντας με το παραμικρό, χαϊδεύο­ντας τον αγκώνα της. Σκαρφαλωμένη σ’ ένα τοιχάκι απέναντι, τρώω τα νύχια μου, υποτίθεται ότι το στοί­χημα μετράει μόνο αν δεις το φιλί. Η Άννα ανεβαίνει στη σέλα πλαγίως και σταυρώνει τις γάμπες της· U Φίλιππος είναι πολύ πιο ψηλός, και μ’ αυτό το κόλπο έρχονται στο ίδιο ύψος. Φυσικά φιλιούνται. Τι άλλο να κάνουν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι όταν σχεδόν αγγίζο­νται οι μύτες τους; Η Άννα μού κάνει το σήμα της νί­κης πίσω απ την πλάτη του Φίλιππου. Κέρδισε, μερντ. Ως τα γενέθλια μου πρέπει να βρω κι εγώ κάποιον.

 

((Θα πάω να ζήσω στη Γαλλία, τέρμα». Η Άννα κουλουριάζεται στη λεκάνη, με το χαρτί υγείας στα χέρια. Ακόμη και το κατουρημά της είναι διαφορετικό μετά το σεισμό: διστακτικό, λιγότερο ηχηρό. Διαρκώς έτοιμη να σηκωθεί και να πεταχτεί από το σπίτι.
((Τρελάθηκες; Κι εγώ;»
((Στη Γαλλία δεν έχει σεισμογενείς ζώνες. Θα πάω στον μπαμπά μου. Αν θέλεις, έλα».
Δεν έχω γνωρίσει ποτέ τον μπαμπά της Άννας, γιατί δεν πατάει το πόδι του στην Αθήνα. Είναι σε διάσταση με την Αντιγόνη, να κάτι που μου πήρε και­ρό να καταλάβω. Υποτίθεται πως είναι μοντέρνο ζευ­γάρι και πηγαίνουν ακόμη μαζί στα γαλλικά εστιατό­ρια. ((Εγώ, αν χώριζα με τον μπαμπά σου, δε θα ήθε­λα να τον ξαναδώ ούτε ζωγραφιστό» λέει η μαμά. ((Μα είναι φίλοι» της λέω. ((Φίλοι; Τι φίλοι; Αυτά είναι α­νώμαλα πράγματα, παιδάκι μου».
Είναι μια από τις λίγες φορές που συμφωνώ μαζί της. Η Άννα κι εγώ δε μιλάμε ποτέ στους πρώην μας, τους λέμε ((στυμμένα πουκάμισα». Βγαίνουμε μ’ ένα αγόρι του Βαρβακείου, το πολύ για δέκα, δεκαπέντε μέρες, και επιτρέπουμε φιλιά και χέρι στο στήθος. Του χρόνου θα δούμε για παρακάτω. Μας αρέσει ακό­μη να κατουράμε μαζί, όχι όμως σε πάρκινγκ – στην τουαλέτα. Κλειδωνόμαστε με τις ώρες και λέμε πώς φιλάει ο ένας και πώς ο άλλος και πώς σου ξεκου­μπώνουν το πουκάμισο τ’ αγόρια, με δάχτυλα που τρέμουν.
Μετά το σεισμό η Άννα δε μιλάει πολύ γι’ αυτά. Δε μιλάει για τίποτα εδώ που τα λέμε. Κάθεται στη λε­κάνη με χο χαρτί υγείας στα χέρια και νομίζεις πως θα κλάψει.
«Πώς να έρθω στη Γαλλία, βρε Άννα; Η οικογένεια μου είναι εδώ».
«Εγώ δεν είμαι οικογένεια σου;»
Αγκαλιαζόμαστε και κουνιόμαστε πέρα δώθε βουβά, η Άννα με το βρακί στα γόνατα, εγώ ντυμένη και δυνατή. Το σώμα της μυρίζει φόβο.
((Και το σχολείο;»
((‘Ετσι κι αλλιώς δε μαθαίνουμε τίποτα. Μόνο μα­λακίες για τις εργαζόμενες γυναίκες και πώς να φτιά­χνουμε καπελάκια για το κωλόχαρτο».
«Σ’ αυτό έχεις δίκιο».
Η Άννα με κοιτάζει ικετευτικά.
((Λοιπόν θα ‘ρθεις;»
((Μπορώ να σ’ αφήσω;»
Κι όμως την αφήνω. Τη χαιρετώ στο αεροδρόμιο με μάτια που καίνε. Τα δάχτυλα μας, ιδρωμένα, γλιστρά­νε το ένα μέσα απ’ το άλλο στον αποχωρισμό. Το χέ­ρι μου είναι άδειο χωρίς το χέρι της Άννας. Με ποιον θα μιλάω στα διαλείμματα; Με ποιον θα καπνίζω; Με ποιον θα κατουράω; Κλαίω απαρηγόρητη στην αγκα­λιά της Αντιγόνης, στο Ελληνικό, καθώς το κεφάλι της φιλενάδας μου εξαφανίζεται στην ουρά ελέγχου διαβατηρίων.
Φεύγει για ένα δυο μήνες, δοκιμαστικά. Η μαμά μου λέει ότι θα μου κόψει τα πόδια αν διανοηθώ να φύ­γω, θα στείλει σήμα στην Ιντερπόλ. Επινόησε αυτή την απειλή όταν το έσκασα για την Ικέτζα. Καταφέρ­νει να με κάνει να το φανταστώ: οι πράκτορες με με­ταφέρουν με χειροπέδες στο σπίτι κι όλες οι εφημερί­δες δημοσιεύουν τη φωτογραφία μου, σαν να είμαι η νέα Πατρίσια Χιρστ.
Με την Άννα ανταλλάσσουμε σπαραξικάρδια γράμ­ματα. Μου στέλνει ποιήματα του Βερλαίν, της στέλνω ποιήματα του Τίτου Πατρικίου: «Λοιπόν αυτός ο κύ­κλος που χαράξαμε μ’ ένα κομμάτι σπασμένη στάμνα, είναι ο δικός μας ο κύκλος, είναι ο δικός μας ο χώρος. Να κρύβουμε εκεί το κελάηδημα του τζίτζικα και να ξέρουμε πως θα το ξαναβρούμε. Να μπορούμε να συ­ζητάμε για ό,τι θα συμβεί στα μεγάλα βιβλία του μέλ­λοντος». Μου γράφει: «Το Παρίσι είναι μελαγχολικό χωρίς εσένα, Μαρία. Βγαίνω με τους φίλους του μπα­μπά, λένε χιλιάδες ενδιαφέροντα πράγματα, αλλά οι φωνές τους είναι μόνο αντίλαλος των δικών μας συζη­τήσεων. Η κυρία που φροντίζει το σπίτι λέγεται Ρο-μάν και σου μοιάζει σε κάτι. Κάθομαι λοιπόν με τις ώ­ρες στην κουζίνα, κι όσο εκείνη καθαρίζει τα ντουλά­πια, δαγκώνω ένα μήλο χωρίς να πεινάω, πίνω γάλα χωρίς να διψάω, μόνο και μόνο για να είμαι μαζί της και κατά συνέπεια μαζί σου. Μου λείπεις αφάνταστα. Θα έρθεις το Πάσχα;». Της γράφω: «Κι εσύ μου λεί­πεις αφάνταστα. Δε βγαίνω με αγόρια πια. Δεν έχει πλάκα αν δεν κατουράμε μετά μαζί για να λέμε τις λε­πτομέρειες. Οι γονείς μου γκρινιάζουν όλη την ώρα, ποτέ επειδή ο λογαριασμός τηλεφώνου φουσκώνει με τα υπεραστικά, πότε επειδή τεμπελιάζω και σέρνομαι. Ια Σαββατοκύριακα μένω σχεδόν πάντα σπίτι, τρώω τα νύχια μου και κοιτάζω το ταβάνι. Στο σχολείο, στο μάθημα των θρησκευτικών, χαζεύω συνεχώς έξω απ’ το παράθυρο, μήπως παρουσιαστείς με τη μάο ποδιά κι ένα  τσιγάρο στο χέρι. Χθες πήγαμε σινεμά με την Αντιγόνη, στο Δόκτορα Ζιβάγκο. Λέει πως όταν ακούει αυτή τη λέξη σκέφτεται τον Ανδρέα Παπανδρέου! Γελάμε πολύ όταν είμαστε οι δυο μας, αλλά κάτι λεί­πει. Μας λείπεις! Γύρνα πίσω!

 

H Άννα αναστενάζει. Ανεβαίνει δυο δυο τα σκαλιά και κλείνεται στο δωμάτιο της. Τρέχω ξοπίσω της.
((Άσε με, μερντ!» λέει με το κεφάλι πατηκωμένο κάτω απ’ το μαξιλάρι.
«Άννα, γιατί δε γυρνάς πίσω; Δεν είναι καιρός να πάμε στην Αθήνα;» Έχω στο μυαλό μου τη συμφωνία για τις σπουδές που κλείσαμε με τον Σταμάτη.
«Δεν ξέρω».
((Πάμε να πιούμε μια ζεστή σοκολάτα απέναντι μήπως και μάθεις;» Τυλιγόμαστε στα κασκόλ μας και κατρακυλάμε τις σκάλες.
((Υποτίθεται πως ήρθα για να σε πάρω μαζί μου…» της λέω ανακατεύοντας τη σοκολάτα μου μ’ ένα κου­ταλάκι.
«Δεν ξέρω».
«Είσαι αδιόρθωτη, αλλά δεν μπορώ να ζω μακριά σου».
Καθόμαστε πίσω από την τζαμαρία του καφέ και ^αβάζουμε το καινούργιο τεύχος του Ακτονέλ, όπως μας συμβούλεψε ο Μισέλ. Η Άννα κεραυνοβολεί με το βλέμμα έναν ηλικιωμένο δίπλα μας που διαβάζει Φιγκαρό
((Πού ήσουν;» ρωτάει η Άννα. Ξεπλένει τα πιάτα στο νεροχύτη κι ούτε γυρίζει να με κοιτάξει. « Ηθελα να μείνω μόνη μου».
Ύστερα γυρίζει και με κοιτάζει χαμογελαστή σαν να χρειάστηκε λίγη ώρα για να συνειδητοποιήσει τι είπα.
((‘Ετσι ε; Δεν μπορείς να ζεις μακριά μου;»
Πόσο της αρέσουν τα μεγάλα λόγια! Και πώς περνά­ει από το ένα συναίσθημα στο άλλο σαν ν αναβοσβήνει διακόπτες! Θυμός, τρυφερότητα, ζήλια, αγάπη. Εγώ ό­μως χρειάζομαι χρόνο για να συνέλθω, να καταπνίξω το θυμό μου. Η Άννα το ‘χει παρακάνει. Δε μ’ αρέσει να μου λέει με ποιον θα φιλιέμαι και για πόσο. Αναρωτιέ­μαι: Θέλω στ’ αλήθεια να γυρίσει πίσω; Ή το κάνω για τις δωρεάν σπουδές που μου υποσχέθηκε ο Σταμάτης;
((Εσύ μπορείς να ζεις μακριά μου;» αντιστρέφω την ερώτηση.
«Δε νομίζω».
«Οπότε;»
((Εντάξει λοιπόν, θα έρθω».
Αγκαλιαζόμαστε. Αντί να νιώθω ανακούφιση, νιώ­θω δυσφορία. Η Άννα εξακολουθεί να είναι η καλύτε­ρη μου φίλη. Εγώ δεν είμαι η καλύτερη φίλη του εαυ­τού μου.

 

«Ήθελα να μείνω μόνη μου.»
«Να το λες, να μην αναστατώνεται όλος ο κόσμος εξαιτίας σου».
((Τι νόημα έχει να το συζητάς όταν θέλεις να μεί­νεις μόνος;»
((Είσαι άνθρωπος μέσα σε μια κοινότητα, δεν είσαι λύκος. Άσε που κι ο λύκος πηγαίνει με το κοπάδι του».
((Πράγματι, εγώ δεν είμαι λύκος. Εσύ είσαι ο λύ­κος».
«Δεν κατάλαβα;»
((Τους κατασπαράζεις όλους. Τα θέλεις όλα δικά σου!»
Η Άννα κλείνει τη βρύση και βάζει τα χέρια της στη μέση. Τα μάτια της βγάζουν φωτιές. Το φρύδι με τις λευκές τρίχες ανασηκώνεται. Το λακκάκι στο σα­γόνι βαθαίνει.
((Αυτό που περιγράφεις λέγεται κοινοκτημοσύνη, λέ­γεται ελευθερία. Μερντ, αγωνιστήκαμε γι’ αυτό!» Ναι, λες κι έσκαβε. Λες και μόλις άφησε κάτω την τσάπα.
((Αυτά τα λες όταν σε συμφέρει, Άννα».
((Δοκίμασε με. Ζήτα μου κάτι, οτιδήποτε».
«Εγώ δεν κάνω διαγωνισμούς αντοχής».
Εκείνη όμως κάνει. Ψάχνει τριγύρω, τι ψάχνει; Ένα σκοινί να κρεμαστεί, να μου δείξει πως θυσιάζε­ται για μένα; Ένα όπλο για την επόμενη επανάσταση; Ανοίγει ένα παλιό τεύχος του Ακτονέλ, μου δείχνει με το δάχτυλο μια φράση του Φουκό: ((Δεν αναζητάμε την ψυχή ή τον άνθρωπο πίσω από τον καταδικασμένο, θέ­λουμε να σβήσουμε τα βαθιά σύνορα ανάμεσα στην α­θωότητα και την ενοχή».
«Ωραία. Ε και;»
Ρίχνει τα βιβλία του Σταμάτη από το τραπέζι. Δεν είναι καν δικά της.
((Μερντ, μερντ! Μου κάνεις μάθημα ηθικής!»
«Εγώ;»
((Θέλεις να μου δημιουργήσεις κρίση συνείδησης; Τι να κάνω για να σε πείσω; Να βγω έξω να ζητιανέψω;» Αρπάζει το παλτό της και ορμάει στις σκάλες. Τρέχω ξοπίσω της. Περνάει τη διάβαση χωρίς να κοιτάξει, κα­τεβαίνει δυο δυο τα σκαλιά του μετρό, κάθεται κατάχα­μα κι αρχίζει, να τραγουδάει το τραγούδι της Φρανσου-άζ Αρντί: ((Que sont devenus tous mes amis, et la maison ου j’ ai vecu?». Κάποιος της δίνει μισό φράγκο, άλλος μια χούφτα σαντίμ. Βέβαια, το κάνει επίτηδες. Διάλεξε συγκινητικό τραγούδι. Τελικά μαζεύει πέντε γαλλικά φράγκα. Όλη αυτή την ώρα στέκομαι απένα­ντι της, με την πλάτη στο τοίχο. Τι πάει ν’ αποδείξει;
«Για να καταλάβεις τι σημαίνει κοινοκτημοσύνη, κερνάω ζεστή σοκολάτα α λ’ ανσιέν» λέει. Απλώνει τα χέρια της και κουρνιάζω στην αγκαλιά της. Είμαστε δυο μικρές ζητιάνες της αγάπης.
Γιατί η Άννα μ’ αγαπάει τελικά. Εκτίθεται για μένα.

 

Εκείνος δεν το κουνάει. Η Άννα φωνάζει «έρχο­μαι!», τον κοιτάζει απειλητικά κι ο τρελός το βάζει στα πόδια βγάζοντας κάτι ακατάληπτες κραυγές. Μή-^ως μέσα στην τρέλα του καταλαβαίνει κάτι που εγώ δεν καταλαβαίνω; Είναι φίλη μου αλλά δεν την ε­μπιστεύομαι πια. Σήμερα ξοδεύει το χαρτζιλίκι της για τα γενέθλια μου, μ’ αγκαλιάζει και ουρλιάζει «χρόνια πολλά, φιλενάδα!». Αύριο μπορεί να μου τη φέ-Ρει. ((Ετσι είναι η Άννα» λέω από μέσα μου. Odiosamato.

 

Λέμε στην Κοντομηνά ότι έχουμε συνάντηση δεκαπενταμελούς. Η Άννα είναι, πρόεδρος κι εγώ ταμίας. Εκμεταλλευόμαστε συχνά την εξουσία μας για να κα­πνίζουμε στις τουαλέτες.
«Τι έγινε;» ρωτάω.
«Τσακώθηκα με τον Άγγελο».
Δεν της περνάει καν απ’ το μυαλό ότι μπορεί να χαίρομαι, ότι ήταν σημαντικός για μένα.
((Πάλι;»
«Μερντ! Είμαστε πολύ διαφορετικοί. Λέει άσπρο, λέω μαύρο».
«Τι έγινε αυτή τη φορά;»
«Θέλει να πάμε σ’ ένα γάμο την άλλη Κυριακή…»
«Μπλιαχ!»
«…παντρεύεται ο ξάδερφος του)).
((Μην πας, Άννα. Ο γάμος είναι η μεγαλύτερη κοι­νωνική υποκρισία)).
Χρησιμοποιώ τα λόγια της. Από τότε που είδαμε ε­κείνα τα μονόπρακτα στο Περοκέ με την Αντιγόνη ορκι­στήκαμε ότι δε θα πάμε ποτέ σε γάμους, γιατί είναι σαν να δεχόμαστε σιωπηλά την ιστορία της γυναικείας κα­ταπίεσης. Η Άννα σκύβει το κεφάλι και σταυρώνει τα χέρια της. Σ’ αυτή τη στάση μοιάζει με καλή χρι­στιανή, ακόμη και με νυφούλα. Μαζί με τον καπνό ρου­φάω και την εικόνα της: η Άννα νυφούλα; Αποκλείεται!
«Του το υποσχέθηκα σε μια στιγμή αδυναμίας και τώρα θέλω να το πάρω πίσω».
«Αδυναμίας;»
((Να, κάναμε έρωτα, με κοίταζε στα μάτια… τι βλακεία εκ μέρους μου!»
Προσπαθώ να μιμηθώ το ύφος που παίρνει η Αννα όταν με απορρίπτει. ((Τεράστια βλακεία» λέω.
((Πιστεύεις ότι πειράζει για μια φορά;»
((Δεν έχει σημασία η ποσότητα».
«Ναι, αλλά ο Νίτσε έλεγε einmal ist keinmal».
Φέτος η Άννα άρχισε γερμανικά για να διαβάζει φι­λοσοφία στο πρωτότυπο. Αν συνεχίσει έτσι, δε θα της χρειαστούν ούτε τα γερμανικά, ούτε η φιλοσοφία. Το πολύ πολύ να ξεφυλλίζει περιοδικά γάμων και βίπερ Νόρα. Της το λέω – κάπως χαιρέκακα είναι η αλήθεια. Η Άννα παίρνει μια βαθιά ρουφηξιά και φυσάει τον καπνό στο πρόσωπο μου. Λιώνει τη γόπα κάτω απ’ το παπούτσι της με τόσο θυμό, που θα ‘λεγες πως λιώ­νει εμένα την ίδια.

 

Η Άννα έχει περάσει σε άλλη φάση. Όπως το περίμενα, ο φόβος για το AIDS την κα­τατρώει εσωτερικά: μαθεύτηκε ότι ο φίλος του Μπασκιά είναι φορέας. Η Άννα κάνει το τεστ σε κατάστα­ση υστερίας. Όταν μαθαίνει ότι τη γλίτωσε, αντικαθι­στά το σεξ με τα κομμουνιστικά ιδεώδη. Μιλάμε για σκληροπυρηνικό κομμουνισμό. Στα τέλη της άνοιξης ε­γκαταλείπει την Beaux Arts, επειδή «η τέχνη δεν εν­διαφέρεται για την εργατική τάξη».
((Μα Άννα, της λέω, δεν υπάρχει εργατική τάξη πια. Υπάρχει μόνο εργατική κατάσταση». Ξεφυσάει θυμωμένη στην άλλη άκρη του ακουστικού. Οι κινητο­ποιήσεις μας, λέει, πρέπει να αφορούν το σύνολο, οι πρωτοβουλίες μας πρέπει να είναι μια μορφή αφύπνι­σης που να μπορείς να την πάρεις στο σπίτι σου -φυλ­λάδιο, εφημερίδα, αφίσα- κι όχι ηλίθια έργα στον τοίχο. Χάνεται από προσώπου γης. Μαθαίνω από το Καγιό ότι ξημεροβραδιάζεται στα εργοστάσια, μαζί με τους εργάτες – του λέει πως οι συνδικαλιστές στήνουν αντίσκηνα για τους εργάτες στον αυλόγυρο, αλλά δεν προχωρούν σε κατάληψη του εργοστασίου. Πώς είναι δυνατόν να ανακοινώνεις ημερομηνίες αντίστασης και μετά να γυρίζεις ήσυχα ήσυχα στο σπίτι σου; Τι επα­νάσταση του γλυκού νερού είναι αυτή;
Την ίδια εποχή ξυπνάω κι εγώ από τον δικό μου λή­θαργο. Όταν ξεσπάει το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών, αρχίζω να μαγνητοφωνώ συνδιαλέξεις γνω­στών μου και να τις μοντάρω σ’ ένα στούντιο, στην Αγία Παρασκευή. Βαπτίζω την ενότητα «Υποκλοπές – μια ηχητική εγκατάσταση». Ονειρεύομαι δύο μεγά­φωνα στην πλατεία Συντάγματος που θ’ αναμεταδί­δουν τις συνομιλίες, έξι με επτά το πρωί, όταν ο κόσμος πάει στη δουλειά του. Είναι η ώρα που μισοκοιμάσαι, αλλά τα μηνύματα εγγράφονται στο υποσυνείδητο. Επιστρέφοντας στο σπίτι, οι υπάλληλοι θα σκέφτονται το κομφούζιο των υποκλοπών, θα αναρωτιούνται πόσο τους εξαπατά ο κρατικός μηχανισμός. Ελπίζω ότι η Άννα θα είναι επιτέλους περήφανη για μένα. Έχω κά­νει ό,τι πιο κοντά στην πολιτική τέχνη μπορεί να κάνει κανείς το 1987, εν μέσω εφησυχασμού και σκανδάλων.
«Όχι, αυτό δεν είναι πολιτική τέχνη. Είναι ναρκισ­σισμός. Η μόνη πολιτική τέχνη είναι να κατέβεις στο δρόμο, να πάψεις να πιστεύεις ότι ο μεταλλουργός έ­χει άλλα προβλήματα από τον καλλιτέχνη» λέει.
((Μα Άννα, άσε με να σου στείλω μια κασέτα πρώ­τα…»
((Δεν έχω καιρό για τέτοια, Μαρία. Όταν οι άνθρωποι· φοράνε τα καλά τους και πάνε σε αίθουσες τέχνης χάνουν την ουσία του πράγματος».
«Μα δεν είναι έργο για γκαλερί. Δεν πιστεύω στις γκαλερί, το ξέρεις».
Ξεφυσάει με την ιδέα μου για την πλατεία Συ­ντάγματος. «Οι πλατείες είναι μόνο για ν’ ακούγονται συνθήματα» λέει.
Μαγνητοφωνώ τη συνομιλία μας. Θα γίνει έξαλλη όταν το μάθει, αλλά η τέχνη είναι για μένα εξίσου ση­μαντική με την πολιτική. Εξίσου σημαντική με την ί­δια την Άννα.
((Ελπίζω πως είναι μια περαστική φάση». Όπως πάντα, η Αντιγόνη περισσότερο ανακατεύει τη σαλά­τα της, παρά τρώει. Έχω το ρεπό μου σήμερα και τρώμε μαζί σε μια ταβέρνα, στα Εξάρχεια.
((Μα δεν πατάει στο πανεπιστήμιο» λέω.
Η Αντιγόνη σμίγει τα φρύδια. Το πρόσωπο της γε­μίζει με τις χαρακτηριστικές λεπτές ρυτίδες.
((Γιατί δε μου το είπες νωρίτερα αυτό;»
((Νόμιζα πως το ξέρεις». Έχω βαρεθεί να με θεω­ρεί κηδεμόνα της Άννας, γραφείο ερευνών για την ψυ­χή της κόρης της.
Σπρώχνει το πιάτο της μακριά. ((Δεν καταλαβαί­νω τι έκανα λάθος. Ήμασταν δημοκρατικοί γονείς, δεν της στερήσαμε τίποτα, έλεγε τη γνώμη της πάντα».
«Νομίζω πως έχει σχέση με το σεισμό».
((Με το σεισμό;»
((Όταν η Άννα φοβάται, αλλάζει εντελώς πορεία πλεύσης. Φεύγει, κάνει κάτι αναπάντεχο». Καθώς το λέω, το συνειδητοποιώ: εκείνη μπροστά, εγώ από πίσω, με μικρή χρονοκαθυστέρηση. Άραγε θα γίνω σκληροπυρηνική κομμουνίστρια στο τέλος;
((Μα έχει γίνει πρόβατο. Ζητάει τη γνώμη του κόμματος για να πάει στην τουαλέτα!»
Από τα διπλανά τραπέζια γυρνάνε και μας κοιτάνε. Η Αντιγόνη μιλάει όλο και πιο δυνατά. Απεχθάνεται το Κομμουνιστικό Κόμμα περισσότερο κι από τη Δεξιά. Ο αριστερισμός της είναι νοσταλγικός, έχει κάτι ελιτίστικο. Ίσως η Άννα αντιδρά σ’ αυτό, όπως εγώ αντιδρώ στον πολιτικό αγνωστικισμό της μαμάς μου.
«Αλήθεια, εσείς τι κάνετε; Η μαμά σου;» ρωτάει η Αντιγόνη λες και διάβασε τη σκέψη μου.
«Εκεί, με τα σίριαλ και με τα καντήλια της…»
((Απόλυτα παραδομένη. Σαν την Άννα. Ώρες ώρες αναρωτιέμαι μήπως σας ανταλλάξαμε μωρά στην κού­νια. Μήπως εσύ είσαι κόρη μου και η Άννα κόρη της μαμάς σου…»
Αν μου το έλεγε πριν από δέκα χρόνια αυτό, θα δά­κρυζα από περηφάνια. Τώρα μασουλάω με απάθεια το μπιφτέκι μου.

 

Αλλάζουμε νησί. Πηγαίνουμε στην Αμοργό, τη βγά­ζουμε σε κάτι, βραχάκια, για να ζήσουμε την ουτοπία της φύσης και της μοναξιάς. Η Άννα σκαρφαλώνει στηριγμένη σ’ ένα καλάμι που έχει βρει. Φοράει ένα πλατύγυρο ψαθί και διαβάζει, με τα πόδια στο νερό. Εγώ ιδρώνω και ξεϊδρώνω, καθαρίζω ροδάκινα με το σουγιά μου. Τ’ αγόρια έρχονται δυο δυο κι ανάλογα με την ανατροφή τους αρχίζουν τα ((ψιτ, ψιτ» ή ((μήπως έ­χετε ώρα κορίτσια;». Πιστεύουν ότι δυο κοπέλες μόνες ψάχνουν πάντα παρέα. Δεν ξέρουν καλά την Άννα.
«Στρίβετε!» φωνάζει.
Τ αγόρια φεύγουν πότε σαστισμένα, πότε βρίζο-ντας. Η Άννα σέρνεται με τον πισινό προς το μέρος μου, ξαπλώνει στην πετσέτα και μου ψιθυρίζει στ’ αυ­τί. « Τα  αγόρια είναι τέρατα. Εσύ, εσύ είσαι η καλύτερή μου φίλη!»
 Και για να σφραγίσει την εξομολόγηση, μου ρίχνει μια τσιμπιά στον ώμο.
Το δέρμα μου κοκκινίζει και πονάει.
«Μερντ, Μαρία!» Η Άννα με κοιτάζει από πάνω ως κάτω καθώς κουμπώνω το παντελόνι μου, κουλουριασμένη μέσα στη σκηνή μας. Κάτι έκανα λάθος πάλι.
«Τι συμβαίνει;»
«Κι άλλο καινούργιο παντελόνι;»
((Θα γράψω όλες μου τις αγορές σ ένα χαρτί και θα σου τις δώσω για έγκριση, σύμφωνοι;»
((Φοβάμαι ότι γίνεσαι σαν τους γονείς σου».
((Τι σου έκαναν πάλι οι γονείς μου;»
((Σε μένα τίποτα. Στον εαυτό τους και σε σένα. Το μοναδικό τους όνειρο ήταν η συσσώρευση πλούτου. Κι όταν έπαψαν να κατέχουν, έπαψαν να είναι ευτυχισμέ­νοι. Γιατί νομίζεις ότι κέρδισες το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό Αποταμίευσης;»
((Επειδή τους άρεσε η ζωγραφιά μου…»
«Η ζωγραφιά σου ανταποκρινόταν στα μικροαστι­κά στερεότυπα. Άκου, λεφτά που πέφτουν από τον ου­ρανό! Σαν διαφήμιση για λαχείο…»
((Ενώ οι ληστείες και τα περιστέρια είναι καλύτε­ρα; Μετά την πτώση του τείχους, ειρήνη σημαίνει κα­πιταλισμός, εσύ το λες αυτό!»
((Δεν ισχυρίζομαι πως ήμουν καλύτερη. Είπα πως προσπαθώ».
((Ενώ εγώ δεν προσπαθώ αρκετά, ε;»
Με κάνει να νιώθω άχρηστη. Ασήμαντη. Χαζή. Κλείνει τ’ αυτιά της όταν μιλάω για την ηχητική μου εγκα­τάσταση. Αέει πως ο καπιταλισμός οδηγεί τη θεία Α­μαλία στην τρέλα. Πως τα παντελόνια μου αποτελούν αλληγορία για την υποστήριξη κεκτημένων. Και πως το στόρατζ ρουμ της Ικέτζα είναι τραυματική ανάμνη­ση: έκτοτε θέλω να μαζεύω. Εγώ; Να μαζεύω; Της δί­νω πάντα τα μισά, απλώς εκείνη κάνει τη μοιρασιά ο­λόκληρο θέμα. Πάρε το μισό μου σάντουιτς, δώσε μου τον άντρα της ζωής σου. Κάνε ό,τι σου λέω εγώ.
«Δεν μπορώ να είμαι σαν εσένα. Δε θέλω. Δε μ’ α­ρέσεις!»
«Δε σ’ αρέσω;»
Η Άννα ανοίγει κάτι πελώρια μάτια.
Μέρντ, μου ξέφυγε.
((Μήπως είδατε μια ξανθιά κοπέλα στην ηλικία μου, πολύ αδύνατη, με λακκάκι στο πιγούνι και μισό άσπρο φρύδι; Φοράει ένα κόκκινο μακό και μαύρη φού­στα με κρόσσια».
Την ψάχνω σ’ όλο το νησί, από χθες. Μέσα σε του­αλέτες. Πίσω από αρμυρίκια. Στις κουζίνες των ε­στιατορίων. Σε ξενοδοχεία. Τι έφαγε; Πού κοιμήθηκε; έφυγε χωρίς το πορτοφόλι της. Ανοίγω το σακίδιο της, ανακατεύω τα ρούχα της, μα τι ψάχνω να βρω; Αν είναι ειλικρινής; Αν αγόρασε κι εκείνη κάτι και­νούργιο; Μπαίνω σ’ όλα τα μπαρ, τα μαγαζιά, τα κα­φενεία· έχω καταντήσει γραφική ντετέκτιβ.
((Δεν τη βρήκες ακόμη τη φίλη σου;» μου λέει ένας σερβιτόρος. ((Μήπως την ξελόγιασε κανείς;»
Ναι, η μεγάλη ιδέα που έχει για τον εαυτό της. Είμαι ο παρατρεχάμενος, η υπηρέτρια, το σκλαβάκι -και το αφεντικό θύμωσε.
«Τι έπαθες;» λέει ο σερβιτόρος.
Μια ξαφνική επιφοίτηση: η Άννα μού έχει βάλει έ­να ακόμη τεστ φιλίας, όπως τότε που μου κατέστρεψε τη ζωγραφιά ή μου πάσαρε τον Ραούλ ή τα ‘φτιάξε με τον Άγγελο. Με παρακολουθεί. Βαθμολογεί την αυτα­πάρνηση μου. Θα εμφανιστεί αν συγκινηθεί αρκετά α­πό το ενδιαφέρον μου. Ή αν πάψω εντελώς να την ψά­χνω.
Αφήνω το σακίδιο της μέσα στη σκηνή. Μαζεύω μόνο τα πράγματα μου. Γράφω ένα σημείωμα: «Άννα, μια ζωή με εκμεταλλεύεσαι. Ακόμη κι αν είσαι πιο ω­ραία, πιο έξυπνη και πιο πιστή στις ιδέες σου (για το-τελευταίο αμφιβάλλω), έχω κουραστεί να τρέχω από πίσω σου. Θέλω να με δεχτείς, ακριβώς όπως δέχεσαι τους εργάτες σου στα εργοστάσια. Παλεύεις για να εί­ναι υπερήφανοι. Σκέφτηκες ποτέ το μέτρο της δικής μου υπερηφάνειας; Μαρία».
Σκίζω το σημείωμα. Η υπερηφάνεια μου είναι με­γαλύτερη από τις ψωρολέξεις.
((Νόμιζα πως είσαι κάτι περισσότερο από φίλη μου: η αδερφή που δεν είχα ποτέ. Με τη στάση σου με ανα­γκάζεις να αναθεωρήσω όλη μου τη ζωή, τις προτεραι­ότητες μου, τον συναισθηματικό μου κόσμο. Με άφησες εκεί κι έφυγες. Θα μπορούσα να έχω γκρεμοτσακιστεί απ’ τα βράχια. Ήσουν πάντα τόσο εαυτούλης ή «βελτιώνεσαι» μεγαλώνοντας;»
Τέτοια γράμματα μου στέλνει η Άννα φέτος το φθινόπωρο. Μία φορά στις δεκαπέντε έρχεται ένας φάκε­λος με γαλλικά γραμματόσημα και ξέρω τι με περιμέ­νει: εξάψαλμος. Δεν τηλεφωνεί, ούτε απαντάει στα δι­κά μου τηλεφωνήματα. Είναι η εποχή της μοχθηρής αλληλογραφίας. Αναγκαστικά της γράφω κι εγώ: ((Άννα, Χογικέψου. Όταν είπα «δε μ’ αρέσεις», εννοούσα ότι δε |ι’ αρέσει αυτό που μου κάνεις. Με πιέζεις. Θέλεις να περνάει το δικό σου. Σύμφωνοι, αυτή είναι η ουτοπία της δυνατότητας, αλλά της δικής σου δυνατότητας. Πρέπει ν’ αφήσεις λίγο χώρο και για τη δική μου».
Μου γράφει κάτι άσχετο: ((Ακόμη και στους φιλο­σόφους, υπάρχουν περίοδοι. Μου αρέσει ο Νίτσε της πρώτης περιόδου, αλλά όχι ο Νίτσε νούμερο δύο. ‘Ετσι θυμάμαι με νοσταλγία τη Μαρία ένα, αλλά όχι τη Μα­ρία δύο». Δεν ξέρω τι να της απαντήσω σ’ αυτό. Πο­λύ φοβάμαι ότι έχω προβλήματα και με την Άννα ένα και με την Άννα δύο.
Έχω ξεχάσει τη φωνή της. Μερικές φορές τη φα­ντάζομαι να πετάγεται από το κρεβάτι με την τρομερή της ενέργεια, να κατρακυλάει τις σκάλες, να πη­γαίνει στο απέναντι καφέ και να μου γράφει ένα γράμ­μα. Πικραμένη, σαστισμένη, με τσαλακωμένα χαρτιά μπροστά της – αλλά αυτές είναι δικές μου φαντασιώ­σεις. Μια χαρά θα είναι. Θα έχει βρει καινούργιους φί­λους, σκληρούς, όπως τους θέλει αυτή την περίοδο, θα τρωνε όλοι μαζί στην ωραία τους κολεκτίβα και θα συ­ζητάνε για την ουτοπία της δυνατότητας σ’ ένα ψηλοτάβανο δωμάτιο γεμάτο καπνούς. Θα ξεχειλίζουν από επαναστατική ενέργεια και θα βρίζουν τους αστούς που αγοραζουν καινούργια παντελόνια.

 

 ((Η Άννα τον βρήκε. Είναι σε κατάσταση αμόκ».
Πρώτη φορά πηγαίνω στο αεροδρόμιο χωρίς βαλί­τσα, χωρίς μια αλλαξιά ρούχα. Αυτό ονειρευόμασταν με την Άννα από παιδιά: να πεταγόμαστε στο Παρίσι για καφέ. ‘Οχι για τον καφέ της παρηγοριάς, στην κη­δεία του πατέρα της.
Έχει ρέψει, είναι ένα μάτσο κόκαλα. Φοράει μακρύ ροζ νυχτικό, σε απόχρωση παιδικού αντιβιοτικού, κά­θεται στην πολυθρόνα του Σταμάτη και χαϊδεύει αφη­ρημένα το τριμμένο βελούδο. Έχω να τη δω έτσι από το σεισμό ή μάλλον από την έκτρωση. Της φτιάχνω τσάι, της αγοράζω σουκέτ, δεν αγγίζει τίποτα. Το σπίτι έχει καταληφθεί από φίλους και συνεργάτες του Σταμάτη που γυρνάνε γύρω απ’ τα πόδια μας σε κα­τάσταση υστερίας. Το βλέμμα μου καρφώνεται στην αφίσα του τοίχου: ((Παίρνω τις επιθυμίες μου για πραγματικότητα, επειδή πιστεύω στην πραγματικό­τητα των επιθυμιών μου». Θα ‘θελα να φύγουμε από δω. Αυτή είναι η πραγματικότητα των επιθυμιών μου.
((Πάμε στο πάρκο;» λέω. Το πάρκο είναι το Μπιτ Σομόν.
Η Άννα φοράει ένα μακρύ πορτοκαλί αδιάβροχο με κουκούλα πάνω απ’ το νυχτικό. Από κάτω, τα αθλητι­κά της. Μοιάζει με εγχειρισμένη ασθενή που της επέ­τρεψαν να κάνει την πρώτη της βόλτα στον αυλόγυρο του νοσοκομείου. Ξαπλώνει στο γρασίδι και σταυρώνει τα χέρια στο στομάχι. Το μπικ κυλάει απ’ τα μαλλιά της. Το πιάνω και σχεδιάζω μια καρδιά στο χέρι τηζ·
«Τι είναι αυτό;» ρωτάει.
((Εξομολόγηση αγάπης».
Ξαπλώνω δίπλα της. Τη σφίγγω στην αγκαλιά μου.
((Θα είμαι εδώ για σένα, όποτε με χρειαστείς».
((Και θα μου πραγματοποιείς όλες τις ευχές;»
«Όλες».
«Τότε βοήθησε με να πεθάνω. Θέλω να πεθάνω». Η Άννα χώνεται στην αγκαλιά μου κι αρχίζει να κλαίει. Το ξέσπασμα της είναι σπαρακτικό και με παρα­σύρει κι εμένα. Στην αρχή κλαίω για τον Σταμάτη, που δε θα με ξαναπεί «μαντεμουαζέλ», δε θα με ξανα­πάει για καφέ απέναντι, δε θα μου ξαναδώσει ψεύτι­κες υποσχέσεις. Μετά κλαίω για τον Καγιό, για τον Άγγελο. Για τα κομμένα μου μαλλιά, για το κομμένο μου δάχτυλο, για τον κόλπο μου. Για τις μάο ποδιές, για τις βλακείες που μαθαίναμε στο μάθημα οικοκυρι­κών και θρησκευτικών. Για τη θεία Αμαλία που βάζει μαγιονέζα στις φράουλες. Για τον μπαμπά που μπερ­δεύει τους καλούς με τους κακούς. Για τη μαμά, την Γκουέντολιν, για ολόκληρη την Ικέτζα. Τέλος για την Αννα, την καλύτερη μου φίλη.

 

Το τσιγγανάκι ξεφεύγει από το σερβιτόρο και πλη­σιάζει στο τραπέζι μας. Κρατάει γαρίφαλα – σχεδόν α­νύπαρκτους μίσχους, τυλιγμένους σε ασημόχαρτα. Από στεφάνια νεκροταφείου μάλλον.
((Θέλεις γαρίφαλα;» λέει ο μικρός.
«Εσύ τι θέλεις;» λέει η Άννα.
((Αυτό τι είναι;» λέει εκείνος δείχνοντας το πιάτο της με το σαγόνι του.
((Κολοκύθια» απαντά η Άννα.
Όλοι γελάνε. Έχει όντως παραγγείλει ριζότο με κολοκυθάκια.
((Να πάρω λίγο;» λέει ο μικρός.
Η Άννα του κάνει νόημα να καθίσει δίπλα της και του δίνει να φάει απ’ το πιρούνι της. Οι νέοι της μα­θητές κοιτάνε με ανοιχτό στόμα. Ναι, η κυρία με το βραδινό φόρεμα είναι λιγάκι εκκεντρική. Μια τρώει ε­κείνη, μια δίνει στο τσιγγανάκι.
((Τώρα πρέπει να φύγω» λέει ο μικρός και σκουπί­ζει το στόμα του στην ανάστροφη της παλάμης. Πε­τάγεται ως την πόρτα, ύστερα το ξανασκέφτεται, γυρνάει, της προσφέρει ένα κολοβό γαρίφαλο. Η αγία των καταφρονεμένων. Η Φρίντα Κάλο της γειτονίας. Από τα διπλανά τραπέζια γυρίζουν και μας κοιτάζουν ενοχλημένοι.
((Ορίστε» λέει η Άννα. ((Καταστρέψαμε την ψευ­δαίσθηση της ασφαλούς αστικής ζωής. Δεν πάει κάτω η μπουκιά τους».
Είναι τόσο εύκολο να γοητεύεις ανθρώπους; Η Ειρήνη κι ο Κοσμάς την εμπιστεύονται ήδη, της μιλάνε για τη ζωή τους, την οικογένεια τους, τα όνειρα τους· H Φιόνα που συνήθως βαριέται στις συναντήσεις μας, hzi ανοίξει κάτι μάτια να. Ακόμη κι ο Καγιό το διασκεδάζει. Σκύβει και μου λέει: ((‘Εχει παραμείνει δεκα­εννιά χρονών». Δεκαεννιά; Πες εννιά καλύτερα. Όλα έχουν προδιαγραφεί όταν είσαι εννιά χρονών.
Αρχίζω να καταλαβαίνω πώς λειτουργεί η μηχανή της γοητείας της: κάνει κάτι εξωφρενικό, κάτι που δεν ταιριάζει με την ομορφιά, το ντύσιμο, την εικόνα της. Τστερα χρησιμοποιεί το τρανταχτό περιστατικό όπως ι εγώ χρησιμοποιώ την κουβέρτα μου: τυλίγεται μέσα σ’ αυτό, γίνεται το περιστατικό. Η Άννα υφίσταται στα μάτια των άλλων ως αλληγορία της γενναιότητας, του θράσους, ή απλώς της εφευρετικότητας. Κάνει πράγματα που μας περνάνε φευγαλέα από το μυαλό, πραγματοποιεί σενάρια από τον κόσμο των ενστίκτων. Σαγηνεύει. Τυραννάει. Βρίζει. Σκοτώνει.
Ναι, σκοτώνει.
Το πρόσωπο του Αλβανού σχηματίζεται φευγαλέα στο πιάτο μου, στη σούπα λαχανικών που έχω παραγ­γείλει. Τα σκληρά του ζυγωματικά λιώνουν ανάμεσα στα καρότα. Ο ζωμός έχει τη μεταλλική γεύση του αί­ματος. Σπηλιά. Μετρό. Φυλακή. Κάτι υπόγειο, σκο­τεινό, βαθύ. Οι κρόταφοι μου μουδιάζουν. Ξεραίνεται η γλώσσα μου.
«Άννα, πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτό».
«Ποιο αυτό;» λέει η Άννα.
«Αυτό, αυτό. Με πνίγει. Δεν ξέρω πώς ζεις εσύ. Εμένα…»
Με βουτάει απ’ το μπράτσο. Με τσιμπάει. ((Πάμε εξω, μερντ!» Η φωνή της σπάει από μια κρίση βήχα. σχεδόν φτύνει τα φωνήεντα.

 

Χτυπάει το χέρι της στην έδρα και τ’ ασημένια βρα­χιόλια κουδουνίζουν.
«Γιατί δε μου τηλεφώνησες;» Καπνίζει και βήχει εναλλάξ. Όση ώρα σωπαίνω, χτυπάει με τη μυτερή της μπότα το ποδαράκι της έδρας.
«Θέλω να μείνω μόνη μου για λίγο» της λέω τελι­κά.
«Τι θα πει αυτό;»
«Τι θα πει μοναξιά;»
«Πάμε να πιούμε έναν καφέ σ’ αυτό το απαίσιο μέ­ρος απέναντι;»
«Όχι, Άννα. Έχω δουλειά. Θα πάω σπίτι».
((Θα σε πάω με τ’ αυτοκίνητο».
«Όχι, θα πάρω το μετρό».
«Μα αφού… Δεν είπες ότι δεν ξαναμπαίνεις στο μετρό; Ότι πανικοβλήθηκες;»
«Εσύ το είπες αυτό. Όχι εγώ».
«Θά ‘ρθω μαζί σου τότε, μήπως συμβεί τίποτα».
«Όχι».
Όχι· Πρώτη φορά τής λέω όχι τόσο δυνατά και κα­θαρά. Το δέρμα της μπότας της γδάρθηκε από το ε­πίμονο χτύπημα στην έδρα. Είναι τρομακτικό: λες κι η ψυχή της Άννας κατέβηκε στο παπούτσι της. Αες κι έχασε κάτι από τη λαμπερή της αυθυπαρξία.

 

 «Πάμε για κατούρημα;» λέει η Άννα. Είναι ξεχτένιστη, κατακόκκινη από το χορό, υπέροχη. Μια φλεβίτσα πάλλεται στο μέτωπο της.
Κάθεται στη λεκάνη, εγώ σύρριζα στον τοίχο. Η α­γαπημένη μας στάση.
«Ο Τιερί θέλει να πάμε να ζήσουμε στην Αφρι­κή…» λέει ονειροπόλα.
‘Οχι μερντ! Η Αφρική είναι δική μου!
«Λέει πως αν δε ζεις κοντά στα αληθινά προβλή­ματα, είσαι τουρίστας».
«Αληθινά προβλήματα υπάρχουν και στο Παρίσι. Ανεργία, άστεγοι, ρατσισμός…»
((Ασχολούμαστε με άλλα πράγματα, Μαρία».
((Σωστά, φέτος άλλαξε η μόδα. Φοριούνται οι ιθα­γενείς και οι οικολογικές καταστροφές…»
Η Άννα απλώνει το χέρι της, μου τσιμπάει δυνατά το μπράτσο. ((Θα σε διώξω από το σπίτι! Να πας να κοιμηθείς στο Μετρό, με τους άστεγους σου!»
((Δε χρειάζεται να με διώξεις. Φεύγω μόνη μου!»
Βγαίνω στο δρόμο. Ο παριζιάνικος αέρας μου τσι­μπάει το πρόσωπο, τις παλάμες, λες και δεκάδες φα­σματικές Άννες μού ορμάνε ξανά και ξανά μέσα στο σκοτάδι.
«Τρελάθηκες μερντ; Έλα δω!»
Τρέχει ξοπίσω μου, με προλαβαίνει και μου ρίχνει το παλτό του Τιερί στους ώμους. Οι οικολογικές ανη­συχίες την έχουν κάνει ευαίσθητη σε όλα τα προστα­τευόμενα είδη: ακόμη και στις παιδικές φίλες που αν τις αφήσεις για καιρό χωρίς τροφή και νερό μεταμορ­φώνονται σε αγριόγατες.
Συμφιλιωνόμαστε στον πάγκο της κουζίνας, με κιρ ρουαγιάλ και μπαγιάτικες σουκέτ. Ο Τιερί και ο Θά­νος ξάπλωσαν, τα κορίτσια έχουν το μικρό τους πάρτι. Ακούμε παλιά γαλλικά τραγούδια από τη δισκοθήκη του Σταμάτη. Η Άννα μιμείται μερικές αστείες φι­γούρες από τις παιδικές μας χορογραφίες. Τότε που κάναμε αραμπέσκ και αφήναμε, υποτίθεται, γαρίφαλα στους τάφους των νεκρών φοιτητών.
«Σοβαρέψου, Άννα. Δεν είμαστε εννιά χρονών πια…» ((Αν το πιστεύεις αυτό, θα γεράσεις πριν την ώρα σου».
((Δε νιώθω και τόσο νέα τελευταία». «Επειδή δεν πιστεύεις στη φιλία μας πια, γι’ αυ­τό…»
Η Άννα μ’ αγκαλιάζει και ψιθυρίζει στο αυτί μου:
«Αν νομίζεις πως κάθε απομάκρυνση σημαίνει χωρι­σμό, θα χάσεις όλη σου τη ζωή ψάχνοντας αντικατα­στάτες. Έχω βαρεθεί να ψάχνω αντικαταστάτες. Εί­σαι η καλύτερη μου φίλη, πάει και τελείωσε!»
((Για πάντα;»
«Για πάντα!»
Η Άννα μου χαϊδεύει τα μαλλιά, με φιλάει σβουρι-χτά στο αυτί και πλέκει τα δάχτυλα της με τα δικά μου. Ξαπλώνουμε αγκαλιά στο κρύο πάτωμα της κουζίνας.
Ένα ολόκληρο Μπιτ Σομόν, με τις πλαγιές και τα δέντρα του, φυτρώνει γύρω μας.

 

Διαβάζει πάλι Αλαίν Μπαντιού στα βραχάκια της Αμοργού. Έχει βρει ένα καλάμι για να περπατάει, σαν μοντέρνα ερημίτισσα. Φέτος φοράει γαλάζιο μαντίλι στα μαλλιά και καινούργιες εσπαντρίγιες. Χαρούμενη εργάτρια σε παλ αποχρώσεις.
«Τι θα πει αυτό;»
((Θα πει πως η κομμουνιστική πρακτική είναι από­λυτα κινητική, αντικρατική». Ρωτάει και απαντάει με τσιτάτα. Συνεχίζω να καθαρίζω ένα ροδάκινο με το σουγιά μου.
((Θέλεις; Είναι ζουμερό!» Ελπίζω η προσωπικότη­τα της Άννας να κατασταλάξει σε κάτι απλό και ανα­γνωρίσιμο, όσο αυτό το φρούτο.
((Γιατί αποφεύγεις τη συζήτηση;»
((Δεν αποφεύγω τίποτα. Μου αρέσει να ασχολούμαι με αυτά τα ποταπά πράγματα – τον ήλιο, τα ροδάκι­να. Όταν περνούσες την οικολογική σου φάση, σου ά­ρεσε κι εσένα…»
Το βλέμμα της Άννας με διαπερνά. ((Την οικολογι­κή μου φάση;» Σηκώνεται απότομα, φοβάμαι πως θα με τσιμπήσει, αλλά με προσπερνά κι ετοιμάζεται για μια απ’ τις θεαματικές της βουτιές. Σκίζει το νερό, σε λίγο το κεφάλι της διακρίνεται στο βάθος σαν κεφάλι καρφίτσας. Απλώνω το χέρι μου στο βιβλίο της, δια­τρέχω τις υπογραμμισμένες φράσεις: ((εκπατρισμός της νίκης…» ((με αυτή την ορφάνια του πραγματι­κού…» ((για να αποκτήσει το αδύνατο την ιστορικότη­τα του». Τι ακριβώς ψάχνει;
Η Άννα μού φαίνεται ακατανόητη. Σαν να είναι ακόμη εννιά χρονών και να πιστεύει πως οι έλληνες α­ντιστασιακοί πήγαν στην Αφρική για να οργανώσουν την επανάσταση. Αυτό που με ανησυχεί είναι ότι οι ά­ντρες τη σπρώχνουν στην επανάσταση, όχι η επανά­σταση στους άντρες. Μου περνάει από το μυαλό ότι τους απομυζεί, στύβει τις ιδέες τους, επειδή δεν έχει δικές της ιδέες.

Αμάντας Μιχαλοπούλου Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη

Είναι η ιστορία της επεισοδιακής φιλίας δυο κοριτσιών που συναντιούνται στην Aθήνα τη δεκαετία του ’70. H Άννα έρχεται από το Παρίσι, είναι η μοναχοκόρη μιας οικογένειας αυτοεξόριστων αριστερών. H Mαρία έρχεται από την άλλη άκρη του πλανήτη, από την άλλη άκρη της πραγματικότητας: γεννήθηκε στην αποικιοκρατούμενη Aφρική. H φιλία τους, από το δημοτικό ως τα φοιτητικά χρόνια, διακόπτεται απότομα: ένα απρόσμενο δραματικό γεγονός δίνει τέλος στις εντάσεις, στα αδιέξοδα, στις ανάγκες μιας ασφυκτικής σχέσης. Ύστερα από μερικά χρόνια συναντιούνται ξανά. Mπορεί να έχουν αλλάξει, αλλά κατά βάθος παραμένουν ίδιες. Πόσα θα καταφέρουν να αντέξουν για χάρη του παρελθόντος και της νοσταλγίας; Στο βιβλίο η προσωπική ιστορία διαπλέκεται με την πολιτική ζωή. H Άννα-Mαρία, το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Kίνημα, η οικουμενική κυβέρνηση υπενθυμίζουν τις βαθύτερες δομές ενός πολιτικού συστήματος που όλοι μας έχουμε υποστεί: αυτό των ανθρωπίνων σχέσεων. Tο  μυθιστόρημα της Aμάντας Mιχαλοπούλου μιλάει για την Eλλάδα της μεταπολίτευσης, για τη «δικτατορία» της γυναικείας φιλίας, για τις σκοτεινές περιοχές της παραίτησης και της ζήλιας, για τις σχέσεις που μας καταδιώκουν.

Η Άννα κάθεται δίπλα μου στο πρώτο θρανίο και μου κλείνει το μάτι. Είναι το πιο όμορφο κορίτσι που έχω δει! Είναι ένας άγγελος! Ξανθιά, με μάτια σαν τα νε­ρά της Τάρκουα κι ένα κοκαλάκι χελώνα στερεωμένο στην αφέλεια. Έχει λακκάκι στο σαγόνι και μισό ά­σπρο φρύδι, σα βαμμένο, που την κάνει να φαίνεται σοφή και τίμια, ακριβώς όπως πρέπει να είναι κανείς όταν περιμένει να του πέσει στο κεφάλι ένα ώριμο φρούτο. Φοράει μια «μαρινιέρ», όπως μου λέει με κά­πως παράξενη προφορά, δηλαδή μπλούζα με άσπρες και μπλε ρίγες.
«Εσύ η καινούργια…» λέει η κυρία Αφροδίτη. Χαί­ρομαι που ήρθε η Άννα και δεν είμαι καινούργια πια.
«Μάλιστα» λέει η Άννα αγέρωχα.
«Αύριο θα έρθεις στο σχολείο με την ποδιά σου».
«Δεν έχω ποδιά. Δεν προλάβαμε να πάμε στα μα­γαζιά ακόμη».
«Μήπως έρχεσαι κι εσύ από την Αφρική σαν την Παπαμαύρου;»
«Όχι» έρχομαι από το Παρίσι».
«Τι θα κάνω με όλους εσάς τους μετανάστες;»
«Δεν είμαστε μετανάστες, κυρία. Είμαστε αντι­στασιακοί. Ο μπαμπάς μου πήρε την υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου. Η μαμά μου με γέννησε στο Παρίσι για να μην είμαι παιδί της δικτατορίας. Τώρα που ελευθερώθηκε η Ελλάδα, γυρίσαμε. Δηλαδή, όχι ο μπαμπάς. Η μαμά κι εγώ. Ο μπαμπάς δεν προλαβαί­νει ούτε να κοιμηθεί. Έχει ένα τεράστιο γραφείο με χί­λια βιβλία και βάλε, όλα στα γαλλικά. Και τα έχει δια­βάσει από δύο φορές».
Μιλάει ακατάπαυστα και η κυρία Αφροδίτη ούτε διανοείται να τη διακόψει. Στην τάξη, καρφίτσα. Η Άννα είναι μια ανθρωπόμορφη μέλισσα που βουίζει με­ταφέροντας τις ιστορίες της σαν να είναι γύρη: τι ω­ραίοι που είναι οι κήποι του Παρισιού και το Καφέ ντε Φλορ που πηγαίνουν για πρωινό τις Κυριακές, και τι καλή και αστεία που είναι η Μελίνα Μερκούρη από κο­ντά, και πώς προφέρουμε το ρο στα γαλλικά σαν να έρ­χεται από μέσα μας, από ένα πηγάδι στο στήθος. Στο διάλειμμα όλα τα παιδιά μαζεύονται γύρω της. Αλλά η Άννα διαλέγει εμένα.
«Πρώτον, γιατί είσαι η διπλανή μου και δεύτερον γιατί ήρθες κι εσύ από αλλού. Είστε αντιστασιακοί της Αφρικής;»
«Ε, ναι…» μουρμουρίζω καθώς τρέχουμε στο προ­αύλιο χέρι χέρι. Η αντίσταση είναι το αντίθετο της δι­κτατορίας. Οι δικτάτορες είναι οι κακοί, οπότε οι α­ντιστασιακοί είναι οι καλοί κι εμείς είμαστε με τους καλούς, σίγουρα. ((Δώστε τη χούντα στο λαόοο!» Φω­νάζω τραγουδιστά το σύνθημα του Απόστολου και η Άννα ενθουσιάζεται και μ’ αγκαλιάζει. Παίζουμε τσιγκολελέτα, αλλά αντί να λέμε «ένα φράγκο η βιολέτα», τραγουδάμε το σύνθημα. Μόλις λαχανιάσουμε, καθόμαστε στα σκαλάκια της τάξης και η Άννα κόβει στα δύο το σάντουιτς που έφερε από το σπίτι για να το μοιραστούμε. Δεν είμαι σίγουρη ότι θέλω επειδή μυρί­ζει μουχλιασμένο τυρί, αλλά η Άννα επιμένει: «Φάε! Οι αγωνιστές τα μοιράζονται όλα!». Μα πώς νόμιζα ό­τι θα γίνουμε φίλες με την Αγγελική, το πατημένο σκατό, όταν υπάρχουν κορίτσια σαν την Άννα; Ξαφνι­κά η Ελλάδα γίνεται ωραία, γίνεται αφρικάνικη.
Το μεγάλο δέντρο ιρόκο φυτρώνει από ένα μικρό σπόρο.
Η Άννα δε μου μιλάει. Θέλει να χωρίσουμε το θρανίο στα δύο και να μη βάζω τον αγκώνα μου στην περιοχή της.
«Μα τι σου έκανα; Τι;»
«Μου είπες ψέματα. Δεν υπάρχουν αντιστασιακοί στην Αφρική. Η μαμά λέει πως είσαστε ρατσιστές και εκμεταλλεύεστε τους μαύρους».
Αυτό πάει πολύ! Της λέω μονοκοπανιά όλες τις πα­ροιμίες της Γκουέντολιν και τα παιχνίδια που παίζου­με με τον Ούντο Πούντο. Η Άννα κλείνει τ’ αυτιά της και τραγουδάει: «Είμαι κουφή, τριαλαλό, είμαι κουφή τριαλαλά!». Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα.
«Σε παρακαλώ, Άννα…»
«Τέρμα, κόψαμε! Δεν κάνω παρέα με ρατσιστές!»
Είναι το μεγάλο διάλειμμα κι έχουμε μείνει στην αίθουσα για να ξεκαθαρίσουμε το θέμα. Η Άννα με πα­ρατάει σύξυλη και βγαίνει να παίξει με την Αγγελική, που είναι η καινούργια της φίλη. Αφού πρώτα ευχαριστηθώ κλάψιμο, σκίζω μια σελίδα από το τετράδιο καλλιγραφίας. Πάνω πάνω λέει: «Θέλει αρετή και τόλμη η ε­λευθερία». Από κάτω, στα πεντάγραμμα, γράφω με πολλά τσιγκελάκια:
«Κυρία μαμά της Άννας, δεν είμαστε ρατσιστές!!! Εγώ αγαπώ την Γκουέντολιν πιο πολύ κι απ’ τη ζωή μου. (Και η Γκουέντολιν είναι πολύ μαύρη.) Εγώ είμαι Αφρικάνα. Με αγάπη, Μαρία».
Στο πλάι ζωγραφίζω δυο μαύρα δάκρυα, δηλαδή μπλε σκούρα, με το μπικ. Κι από κάτω σχεδιάζω τη λιθοδομή της Τάρκουα, τον τεχνητό μώλο στο λιμάνι. Βάζω και πολλά μικρά μαύρα ανθρωπάκια, σαν μυρ­μήγκια, να ξαπλώνουν στον ήλιο, κάτω από φοινικιές. Ο ήλιος γελάει, αλλά με μαύρα δόντια. Οι ακτίνες του είναι κατσαρές, ράστα. Διπλώνω τη σελίδα στα τέσ­σερα και τη χώνω στο αναγνωστικό της Άννας. Θα τη βρει όταν φτάσει στο σπίτι, θα θυμώσει, αλλά δεν μπορεί, θα τη δείξει στη μαμά της.
Η υπόλοιπη μέρα είναι κόλαση. Η Αγγελική ψιθυ­ρίζει πίσω από την πλάτη μου «τόσκα, τόσκα, τόσκα», η κυρία Αφροδίτη δεν την ακούει, αλλά εμένα με βλέπει όταν την μουτζώνω. Ώσπου να σχολάσουμε εί­μαι τιμωρημένη στον πίνακα, με το πρόσωπο στον παγκόσμιο άτλαντα. Δεν κοιτάζω την Αφρική. Έχω το βλέμμα καρφωμένο σε μια χώρα που έχει ακριβώς το σχήμα της Νιγηρίας και λέγεται Γαλλία.
«Η μαμά μου λέει να έρθεις να φάμε μαζί το μεση­μέρι, αν σ’ αφήνει η μαμά σου. Θέλεις;»
Η Άννα κοιτάζει την κυρία Αφροδίτη, αλλά μιλάει σε μένα.
«Δηλαδή με πιστεύεις ότι δεν είμαι ρατσίστρια;» «Θέλεις;» «Εντάξει!»
«Μόνο που η μαμά μου είναι χορεύτρια κλασικού μπαλέτου και δεν τρώμε σάλτσες». «Δε μ’ αρέσουν οι σάλτσες».
Στο διάλειμμα «ενώνουμε» μεταξύ μας και «κό­βουμε» με την Αγγελική. Μοιραζόμαστε το σάντουιτς της Άννας -το μουχλιασμένο τυρί είναι πιο νόστιμο σήμερα- και υποσχόμαστε πως θα είμαστε φίλες για πάντα. Είμαι τόσο συγκινημένη, ώστε ανοίγει η μύτη μου. Νομίζω πως θα λιποθυμήσω από το φόβο, δεν α­ντέχω το αίμα. Αλλά πρέπει να φανώ δυνατή. Η Άννα παίρνει λίγο από το αίμα μου που στάζει και γράφει στο τετράδιο της τα ονόματα μας σαν να είναι ένα: «Άννα-Μαρία».
«Τώρα με το αίμα, καταλαβαίνεις, είναι όρκος!» λέει.
Παίζουμε ξανά χουντοτσιγκολελέτα. Είμαι το πιο ευτυχισμένο κορίτσι της Ελλάδας και ολόκληρης της Αφρικής! Το μεσημέρι περπατάμε χέρι χέρι και οι πα­λάμες μας ιδρώνουν.
«Μα πόσο μακριά είναι το σπίτι σου;» ((Θα σου πω ένα μυστικό. Ορκίζεσαι να μην το πεις; Στα ψέματα μένω στο φούρνο, απέναντι από το σχο­λείο. Στ’ αληθινά μένω στην Πλάκα. Δώσαμε ψεύτικη διεύθυνση επειδή το σχολείο μας είναι πρότυπο και έπρε­πε ο-πωσ-δή-πο-τε να γραφτώ εδώ. Κατάλαβες;»
«Δηλαδή, αν αυτό το σχολείο είναι καλό, τότε πώς είναι τα κακά σχολεία; Υπάρχουν και χειρότερες δα­σκάλες από την κυρία Αφροδίτη;»
Η Άννα γελάει με όλο το πρόσωπο: με τα μάτια, τα μάγουλα, το λακκάκι του σαγονιού.
«Είσαι πολύ όμορφη!» της λέω.
«Σημασία έχει η εσωτερική ομορφιά» λέει η Άννα. Αυτό είναι μεγαλίστικο. Κάποιος της το έχει πει. Αλλά αφού το λέει η Άννα, το μαθαίνω κι εγώ απέξω.
 Με το γύψο ξεχωρίζω. Ακόμη και τα παιδιά της πέ­μπτης και της έκτης που δε μιλάνε στα τεταρτάκια θέ­λουν να μάθουν τι έπαθα. «Δεν είναι τίποτα! Έσπασα το χέρι μου!» τους λέω και ξεφυσάω ηρωικά. «Ευτυχώς τουλάχιστον που έσπασες το αριστερό!» λέει ένα κορί­τσι της πέμπτης. Πού να ξέρει πως είμαι αριστερόχει­ρας; Η Άννα είναι ο σωματοφύλακας μου. Στα διαλείμ­ματα ανοίγει δρόμο για να περάσω, φωνάζοντας «μα, βρε παιδιά, δε βλέπετε πως έχουμε τραυματία εδώ πέ­ρα; Μέρντ, μερντ!». Μερντ θα πει σκατά στα γαλλικά. ‘Ετσι φωνάζουμε την Αγγελική συνθηματικά. Η Άννα της είπε ψέματα πως η Αγγελική στα γαλλικά λέγεται Μερντ κι εκείνη το ‘χαψε. Σήμερα τη λυπάμαι λίγο. Με ρώτησε τι ζώδιο είμαι. «Τοξότης» της είπα κι εκείνη δεν έκανε κανένα αστείο με ιθαγενείς που κυνηγάνε στη ζούγκλα, αλλά βρήκε δύο τοξότες στα αλμυρά μπισκό­τα με τα ζώδια και μου τους έδωσε. Μόνο ο Πέτρος λέ­ει ακόμη βλακείες, «η Παπαμαύρου άσπρισε» και τα λοιπά.
Τα καλά του γύψου: μου δίνουν απαλλαγή την ώρα της καλλιγραφίας, και ζωγραφίζω. Η ζωγραφική με το δεξί χέρι είναι δύσκολη, αν σκεφτείς πως έχω τεσσεράμισι δάχτυλα. Οι κύκλοι δεν πετυχαίνουν, οι γραμ­μές τρεμουλιάζουν, αλλά το προτιμώ από την καλλιγραφία. Αν ποτέ ξαναγίνει δικτατορία και πρέπει να τα βάλουμε με τα τανκς και μου σπάσουν κανένα χέρι οι στρατιώτες, θα έχω προπονηθεί να ζωγραφίζω και με τα δύο χέρια. Η μαμά μού φτιάχνει κάθε μέρα χοροπηδηχτές αλογοουρές και μαγειρεύει φαγητά που τρώγονται με τα δάχτυλα: κεφτεδάκια, πατάτες τη­γανητές και πουφ πουφ επιτέλους! Η Αντιγόνη μού σχεδιάζει το σήμα της ειρήνης πάνω στο γύψο. Η Άννα μού γράφει «Μερντ», αλλά αυτή τη φορά δε ση­μαίνει σκατά, σημαίνει καλή τύχη.
«Θέλεις να σου κάνω μαθήματα γαλλικών, τώρα που δεν μπορούμε να τρέχουμε στα διαλείμματα;» λέ­ει. «Όταν μεγαλώσουμε θα πάμε για σπουδές στη Γαλλία, τα ελληνικά πανεπιστήμια είναι χάλια».
«Και πού θα μείνουμε;»
«Στο Παρίσι, φυσικά! Στο σπίτι μας».
Πρώτα μαθαίνουμε τους αριθμούς και τις μέρες της εβδομάδας. Μετά, τι λέμε στο τηλέφωνο (αααλόοο, κι ετ α λ’απαρέιγ;), μπονζούρ, μπονσουάρ, πεινάω (ζε φαμ), κοιμάμαι (ζε ντορ). Το κρυφτό το λέω πια κας-κας, όχι ντέζι. Το ώριμο φρούτο «φρουί μυρ», τον τί­μιο άνθρωπο «περσόν ονέτ». Σε λίγο θα μεταφράζω και παροιμίες της Γκουέντολιν!
Το καλύτερο μάθημα γαλλικών γίνεται με μουσική. Η Άννα κι εγώ καθόμαστε στο τροχήλατο τραπέζι του σαλονιού τους και το μετακινούμε ελαφρά με τα πόδια μας. Κάνουμε πως είναι μαγικό χαλί και πως είμαστε επαναστάτριες-μάγισσες. Το χαλί μάς πάει όπου του πούμε κι εμείς τραγουδάμε τραγούδια που μιλάνε για όλους τους σκλάβους της γης:
«Du passe faisons table rase, foule esclave, debout! Debout! Le monde va changer de base! Nous ne sommes rien, soyons tout!». Ή ακούμε λυπητερά τρα­γούδια της Φρανσουάζ Αρντί. «Que sont devenus tous mes amis et la maison ou j’ai vecu…» Μια γυναίκα στενοχωριέται που ζει μακριά από το σπίτι της. Σαν κι εμάς.
Η Άννα μιλάει συνέχεια για τον μπαμπά της· για τη βιβλιοθήκη του σπιτιού στο Παρίσι· για τους Γάλ­λους και τους Έλληνες που έρχονταν κάθε βράδυ μ’ έ­να μπουκάλι κρασί στο χέρι και πολλά τσιγάρα για να φτιάξουν συνθήματα εναντίον της δικτατορίας.
«Και δε σ’ ενοχλούσε ο καπνός;»
«Μα τι λες, μερντ; Ο καπνός βοηθάει να σκέφτε­σαι».
Προσπαθούμε ν’ ανάψουμε ένα Γκολουάζ στην κου­ζίνα.
«Ρούφα!» φωνάζει η Άννα. «Πρέπει να ρουφάς!»
Ρουφάω και πνίγομαι. Κάνω ό,τι μου λέει επειδή ξέρει ιστορία, καλλιγραφία, πέταγμα μαγικού χαλιού, επαναστατικά τραγούδια και λύνει όλες τις ασκήσεις από Το κλειδί της πρακτικής αριθμητικής. Έχει ωραία, αδύνατη μαμά χωρίς φρύδια και μπαμπά που σκέφτε­ται διαρκώς. Έχει τα πιο ξανθά μαλλιά του κόσμου. Ευτυχώς είμαι καλύτερη στη ζωγραφική. Αλλιώς θα ζήλευα και θα είχαμε άσχημα ξεμπερδέματα, όπως η Ντόλα με την Μπάμπι.
Οι Απόκριες μου θυμίζουν τα τόγκα πάρτι στην Ικέτζα. Ή τις θεματικές γιορτές. Λέγαμε ένα πρωί, βρε δε φοράμε όλοι ρούχα με βούλες αύριο στο μαρίν κλα­μπ και την άλλη εβδομάδα να ντυθούμε Ροβινσώνες; Στη γιορτή του σχολείου η μαμά με ντύνει καλόγρια. Τα αγόρια αποφασίζουν πως είμαι καθολική νοσοκόμα και με θέλουν μαζί τους στον πόλεμο. Η Άννα κατσουφιάζει. Έχει ντυθεί «παιδί των λουλουδιών» και κανείς δε θέλει μια χίπισσα στην πρώτη γραμμή. Ενώ εγώ μπορώ να περιποιηθώ τους τραυματίες στις γούρ­νες με τις βρύσες. Επιπλέον με το γύψο είμαι τραυμα­τισμένη νοσοκόμα, δηλαδή ηρωίδα. Για να μην πούμε για το κομμένο δάχτυλο…
«Άσε τους πολέμους και τις βλακείες» λέει η Άννα και με τραβολογάει. «Θα πάμε σε μια διαδήλωση».
«Τι διαδήλωση;»
«Τη διαδήλωση της Κίνησης Δημοκρατικών Γυ­ναικών».
Ρίχνει τσιμπιές στ’ αγόρια για να με αποσπάσει α­πό τα χέρια τους. Επιμένει να τραγουδήσουμε τον Πέ­τρο, τον Γιόχαν και τον Φραντς. Αυτό δεν κάνουμε κά­θε μέρα; Ο πόλεμος είναι πιο πρωτότυπος.
«Πόλεμο παίζουν τα μωρά και οι Αμερικάνοι» λέει η Άννα.
Με βαριά καρδιά αφήνω την πρώτη γραμμή και ξα­ναγυρίζω στις διαδηλώσεις. Η Αγγελική θέλει να δια­δηλώσει μαζί μας, αλλά έχει ντυθεί χανούμισσα. Η Αννα τής λέει ότι οι χανούμισσες είναι σκλάβες των α­ντρών και πως όποια τους κάνει τα χατίρια είναι γυναί­κα για κλάματα. Η Αγγελική πράγματι βάζει τα κλά­ματα και βγάζει το φέσι της. Τα μαλλιά της έχουν πα-τικωθεί και της τρέχουν λίγες μύξες. Μου ‘ρχεται να την αγκαλιάσω, λυπάμαι όλους τους ανθρώπους που κλαίνε, αλλά η Άννα μπαίνει στη μέση και μου κουνάει το δάχτυλο μπροστά στο πρόσωπο: «Τώρα μυξοκλαίει, αλλά μετά θα σε λέει Τόσκα». Τι να πω; Έχει δίκιο. Το πουλί δεν αλλάζει πούπουλα όταν χειμωνιάζει.
Μετά τη διαδήλωση πίνουμε πορτοκαλάδα χωρίς ανθρακικό. Η Άννα είναι σκεφτική. «Τι έχεις;» ρω­τάω. Μου λέει ότι πρέπει να πηγαίνουμε σε αληθινές διαδηλώσεις και να κάνουμε παρέα με μεγαλύτερα α­γόρια από την εργατική τάξη, όπως ας πούμε με τον Απόστολο τον υδραυλικό. Με πιέζει να του γράψω, να του ζητήσω να βρεθούμε. Τελικά, με τα πολλά, γράφω στο θρανίο: ((Απόστολε, θέλεις να συναντηθούμε μεθαύριο στο σχόλασμα;» «Και πώς θα σε αναγνωρί­σω;» γράφει ο Απόστολος. «Θα φορέσω στολή καλό­γριας».
Τον περιμένουμε έξω από τα κάγκελα, μια καλόγρια και μια χίπισσα. Ο Απόστολος είναι αρκετά ωραίος, αλλά έχει δυο χαλασμένα δόντια, οπότε δεν κάνει για άντρας μου. Άλλωστε δεν ασχολείται καθόλου μαζί μου. Ρωτάει την Άννα ποιος ζωγράφισε τις ωραίες μαργαρίτες στα μάγουλα της. ((Εγώ!)) πετάγομαι, αλ­λά ο Απόστολος, σαν να μην άκουσε, ρωτάει για το Πα­ρίσι και αν ήταν ωραία εκεί. Η Άννα μιλάει για την Τέ­ταρτη Διεθνή, για το προλεταριάτο, για την Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών και τον Μπρασένς, ανακατεύ­ει ό,τι ξέρει, κι ο Απόστολος την κοιτάζει με θαυμασμό. Βαριέμαι πάρα πολύ. Κάθομαι σ’ ένα πεζούλι με το βλέμμα καρφωμένο στα γόνατα μου ώσπου να τελειώ­σουν επιτέλους τη συζήτηση και να φύγουμε.
Κάθε Παρασκευή απόγευμα η Αντιγόνη μάς κάνει μά­θημα μπαλέτου στο σαλόνι της Πλάκας. ‘Ετσι μαθαί­νω κι άλλες γαλλικές λέξεις: πα ντε σα, που σημαίνει βήμα της γάτας. Πρώτη, δεύτερη και τρίτη ποζισιόν, δηλαδή θέση. Πλιέ, λυγίζω. Ρελεβέ, σηκώνω. Στο τέ­λος η Αντιγόνη κάνει σπαγγάτ κι εμείς τη χειροκροτάμε και φωνάζουμε «ανκόρ!». Μετά πάμε βόλτα. Η Αντιγόνη φοράει κεντημένες πουκαμίσες και μας κρα­τάει από το χέρι σαν να είμαστε και οι δυο παιδιά της.
«Είμαστε η Άννα-Μαρία!» λέω γελώντας.
((Να μην το ξαναπείς αυτό!)) λέει η Αντιγόνη. ((‘Ετσι έλεγαν εκείνη τη μουρόχαυλη πριγκίπισσα)).
Καμιά φορά, το Σαββατοκύριακο, η μαμά μ αφή­νει να κοιμάμαι στης Άννας. Κάνουμε μπάνιο μαζί, κι η Αντιγόνη μάς στεγνώνει τα μαλλιά με την πετσέτα και μας φτιάχνει μικρές κοτσίδες ή κεφτεδάκια ή χοροπηδηχτές αλογοουρές. Ύστερα εκείνη καπνίζει τα Γκολουάζ της ή τηλεφωνεί στο Παρίσι κι εμείς, κάτω απ’ την κουβέρτα, παίζουμε κατασκήνωση ή σπίτι. Όλα τα σπίτια που θέλει να μείνει η Άννα έχουν ειδι­κά έπιπλα, ειδική μουσική και ειδική ατμόσφαιρα. ((Δε φτάνει που σου κάνω το χατίρι να μένουμε σε σπίτι κι όχι στο μαγικό χαλί!» λέει. Οι συζητήσεις για την ε­πανάσταση είναι λίγο κουραστικές, αλλά δεν της χα­λάω χατίρι. Γιατί η Άννα, ακόμη και στο μισοσκότα­δο της κουβέρτας, με κοιτάζει διαπεραστικά. Κι αν διαφωνήσω μαζί της, με τσιμπάει.
Λίγο πριν τελειώσουν τα σχολεία, η θεία Αμαλία μού αγοράζει τον ((Μικρό Μάγο», ένα επιτραπέζιο με τα­χυδακτυλουργικά. Μαθαίνεις να εξαφανίζεις πολύχρω­μα χαρτιά ή να κάνεις κόλπα με την τράπουλα ή να κρύβεις πλαστικά ζώα σ’ ένα καπέλο με διπλό πάτο. Με την Άννα ανεβαίνουμε στο μαγικό χαλί και παίζουμε ταχυδακτυλουργικά για τα φτωχά παιδάκια. Όλα πρέπει να γίνονται για τους φτωχούς, τίποτα για τους πλούσιους. Γι’ αυτό η Άννα μουτρώνει όταν η θεία Αμαλία μάς πηγαίνει στην ((Ωραία μου κυρία». Είναι μια ταινία για την Ελάιζα Ντούλιτλ, που στην αρχή είναι αλήτισσα και μετά, όταν ένας αριστοκράτης την περιμαζεύει από τους δρόμους και της κάνει μα­θήματα ορθοφωνίας, γίνεται αληθινή πριγκίπισσα. Η Ελάιζα λέγεται στην πραγματικότητα Όντρει Χέμπορν κι έχει μακρύ λαιμό και κότσους, όπως η Αντι­γόνη. Η θεία Αμαλία δακρύζει, μάλλον επειδή σκέ­φτεται πως θα μπορούσε κι εκείνη, αν είχαν έρθει αλ­λιώς τα πράγματα, να ζήσει πριγκιπικά. Θέλω να της εξηγήσω ότι ο Κωνσταντίνος παντρεύτηκε μια μουρόχαυλη πριγκίπισσα, αλλά η θεία Αμαλία κάνει ((σουτ, δε μιλάμε στο σινεμά». Η καλύτερη σκηνή είναι όταν η Ελάιζα Ντούλιτλ δεν μπορεί να κοιμηθεί, από έρωτα για τον αριστοκράτη. Η υπηρέτρια τη βάζει για ύπνο κι εκείνη διαρκώς πετάγεται, σαν ελατήριο. Η Άννα κάνει «μπλιάχ» και λέει ότι η Ελάιζα ήταν πιο ευτυ­χισμένη όταν πούλαγε λουλούδια στο δρόμο και δεν εί­χαν πάρει τα μυαλά της αέρα. ((Μα δεν πήραν αέρα τα μυαλά της!» φωνάζω. ((Και βέβαια πήραν» λέει η Άννα, ((όπως και τα δικά σου!»
«Πού θα πάτε το καλοκαίρι;» ρωτάει η θεία Αμα­λία την Άννα στο δρόμο της επιστροφής.
«Α Παρί».
«Κι εγώ θα πάω στην Ικέτζα, έτσι;»
«Ά, όχι. Εμείς θα πάμε στην Αίγινα».
Μερντ, μερντ.
Καθόμαστε στο πεζουλάκι της αυλής και παίζουμε καλλιστεία, η Μάρθα κι εγώ. Η Φωτεινή και η Μάρ­θα είναι αδερφές, είναι οι καλοκαιρινές μου φίλες της Αίγινας, αλλά σήμερα η Φωτεινή είναι τιμωρημένη: πήρε ένα φλιτζάνι από τα κατσαρολικά της Μάρθας, το έκρυψε κάπου στον κήπο και δε μας λέει πού. Η τι­μωρία είναι πως θα μείνει κλειδωμένη στο δωμάτιο της ώσπου ν’ αρχίσει το Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσ­σαλονίκης. Τα κορίτσια έχουν κι έναν μεγαλύτερο α­δερφό, τον Άγγελο, που πηγαίνει στο λύκειο, αλλά δε μας μιλάει. Κάθε καλοκαίρι η θεία Αμαλία νοικιάζει έ­να δωμάτιο κάτω από το σπίτι των κοριτσιών, εκεί που έμενε ο παππούς της οικογένειας πριν πεθάνει. Κοιμόμαστε σ’ ένα διπλό κρεβάτι, με τα παράθυρα α­νοιχτά και τις βουκαμβίλιες απ’ έξω να σχηματίζουν σκιές χουντικών ή το φάντασμα του παππού. Ένα βράδυ φοβήθηκα και ξύπνησα τη θεία Αμαλία, που κοιμάται πάντα με ρόλεϊ. ((Αχ Μαρία, δεν υπάρχει λό­γος να φοβάσαι, αν έρθει κανένα φάντασμα και με δει με τα μπικουτί, θα τρομάξει και θα φύγει».
Το πρωί παίρνουμε όλες μαζί το πρωινό μας. Η μα­μά των κοριτσιών, η κυρία Παυλίνα, έχει μια κατσίκα και πήζει μόνη της το γιαούρτι. Μόνο που το τρώμε υ­ποχρεωτικά κάτω από μια αυτοκόλλητη ταινία με πε­θαμένες μύγες, στο τραπέζι της κουζίνας τους. Η κυ­ρία Παυλίνα δε θέλει να σκοτώνει τις μύγες με τη μυγοσκοτώστρα. Προτιμάει να πέφτουν πάνω στο αυτο­κόλλητο και να σκοτώνονται μόνες τους.
Μετά κατεβαίνουμε στην παραλία και κολυμπάμε ή ανοίγουμε βαθιές τρύπες στην άμμο. Η Φωτεινή κι η Μάρθα τραγουδάνε συνεχώς ένα τραγούδι του Μάνου ((Δε ζεις στην εποχή μου μαμά, δε ζεις στην εποχή μου μπαμπά…». Μου αρέσει πολύ αλλά καταλαβαίνω, από διαίσθηση, ότι θα εκνευρίζει την Άννα. Γενικά κάνου­με πράγματα που δεν αρέσουν στην Άννα. Βλέπουμε ((Το μικρό σπίτι στο λιβάδι» και βάφουμε τα χείλη μας για τα καλλιστεία με λιπ γκλος κεράσι. Έχουμε τρεις τίτλους, έναν για την καθεμία μας: Μις Ομορφιά, Μις Εσωτερική Ομορφιά και Μις Γιανγκ. Συνήθως η Φω­τεινή βγαίνει Μις Γιανγκ γιατί είναι η μικρότερη. Η Μάρθα θέλει να βγαίνει Μις Ομορφιά. Εμένα μου αρέ­σει ο τίτλος Εσωτερική Ομορφιά κι έτσι είμαστε όλες ευχαριστημένες.
«Τσούπρες, αρχίζει το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης!» φωνάζει η κυρία Παυλίνα. Παρατάμε τα καλλιστεία και τρέχουμε στην τηλεόραση. Έρχεται κι η Φωτεινή, επειδή τέλειωσε η τιμωρία της. Θέλουμε να κερδίσει ένα κορίτσι που τραγουδάει και στη διαφήμιση του Ρολί, η Ρούλα: ((Πες μου μπαμπά μου, σε παρακαλώ, είναι η αγάπη καλό ή κακό. Σήμερα μου ‘δώσε το πρώτο φιλί κι έκλαψα τόσο πολύ…». Ο μπαμπάς της επιτρέπει την αγάπη και η Ρούλα ενθουσιάζεται, σαν την Ελάιζα Ντούλιτλ: «Ε λοιπόν θα το πω, ένα αγόρι αγαπώ, τ’ αγαπώ και το θέλω πολύ!» τραγουδάει.
Φέτος το καλοκαίρι αγαπώ τον Άγγελο. Είναι πολύ σοβαρός και θέλει να γίνει πυρηνικός φυσικός. Τον βλέ­πουμε το πρωί που ξυπνάει και το βράδυ πριν κοιμηθεί. Όλη τη μέρα τριγυρνάει με τους φίλους του. Δε σκέ­φτομαι πια τανκς, υποβρύχια και βλακείες. Τέλειωσαν τα ψέματα. Η μαμά έχει πάει να βοηθήσει τον μπαμπά ν’ αδειάσουν εντελώς το σπίτι της Ικέτζα. Η θεία Αμα­λία μένει στο σπίτι μας για να με προσέχει.
Από το φθινόπωρο η Γκουέντολιν θα λέει παροιμίες σε άλλα παιδιά.
Σφυρίζω συνεχώς το σκοπό από το «πες μου, μπαμπά μου, σε παρακαλώ…», αλλά η Άννα βουλώνει τ’ αυτιά της. Φυσικά δε λέω λέξη για τα καλλιστεία.
((Χάλασες στην Αίγινα)) μου λέει και σηκώνει το έ­να φρύδι, εκείνο με τις λευκές τρίχες.
«Γιατί;»
((Έχεις γίνει μουρόχαυλο».
Κατεβάζω το κεφάλι. Κατά βάθος έχει δίκιο.
«Αλλά ίσως να φταίνε αυτές οι δύο, πώς τις είπες; Η Φωτεινή και η Μάρθα)).
Η Άννα μού μιλάει για το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Σουηδίας που έχασε την εξουσία μετά από σαράντα τέσσερα χρόνια και για το Εργατικό Κόμμα της Βρε­τανίας που είναι πιο αδύναμο από ποτέ, λες και φταίω εγώ. Μου λέει πως στο Παρίσι πήρε σοβαρές αποφά­σεις, όταν μεγαλώσει θα γίνει σαν τη Ζιζέλ Χαλιμί, τη δικηγόρο του Σαρτρ και της Μποβουάρ που φυλα­κίστηκε επειδή υπερασπίστηκε το Εθνικό Απελευθε­ρωτικό Μέτωπο της Αλγερίας. Τα μισά απ’ αυτά που μου λέει δεν τα καταλαβαίνω, αλλά κουνάω το κεφά­λι. Έχει αποφασίσει να με ξαναφέρει στον σωστό δρό­μο και μου διηγείται την ιστορία της Πατρίσια Χιρστ, που αψήφησε τον πλούσιο πατέρα της και άρχισε να ληστεύει τράπεζες, ή της δεκαεξάχρονης Νάντιας Κο-μανέτσι, που ήταν το κορίτσι-λάστιχο στους Ολυμπια­κούς του Μόντρεαλ. Κάνουμε τα μαλλιά μας κοτσιδά­κια, όπως η Κομανέτσι, φοράμε τις φόρμες μας, μετακινούμε το τροχήλατο τραπέζι του σαλονιού και το ρί­χνουμε στα σπαγγάτ. Ύστερα περνάμε σε μοντέρνες χορογραφίες. Το θέμα το διαλέγει η Άννα. Οι χορο­γραφίες λέγονται «Ζήτω η επανάσταση» ή ((Ένα γα­ρίφαλο στο μνημείο του Πολυτεχνείου» ή ((Οι φοιτη­τές». Χορεύουμε με πολλά πα ντε σα κι όταν ιδρώ­σουμε, ξαπλώνουμε στο χαλί και κοιτάμε το ταβάνι.
((Δέκα με τόνο!» μου λέει η Άννα. ((Δεν είσαι μουρόχαυλο πια». Την αγκαλιάζω και κυλιόμαστε σα βα­ρελάκια ως το χολ, ξεκαρδισμένες στα γέλια. Εκεί μας βρίσκει η Αντιγόνη, όταν ανοίγει την εξώπορτα.
«Τρελοκόριτσα, on va manger quelque chose?»
Τρώμε και φέτος ανάποδα, πρώτα το φαγητό, με­τά τη σαλάτα. Η Αντιγόνη μάς δείχνει τις καλοκαιρι­νές φωτογραφίες από τη Γαλλία. Πήγαν οικογενεια­κώς στην Ντοβίλ, σ’ ένα φιλικό σπίτι. Ο μπαμπάς της Άννας έχει ξανθωπά γένια. Σε όλες τις φωτογραφίες καπνίζει πίπα και διαβάζει εφημερίδα. Η Άννα κάθε­ται στα πόδια του και τον αγκαλιάζει απ’ το λαιμό.
«Αγαπάς πολύ τον μπαμπά σου;»
«Γιατί, εσύ δεν τον αγαπάς;»
((Τον αγαπάω, αλλά έχω ξεχάσει πώς είναι».
Το ίδιο βράδυ όμως, ο μπαμπάς και η μαμά επι­στρέφουν από το αεροδρόμιο. Τον αγκαλιάζω κι εγώ σφιχτά από το λαιμό και με πιάνουν τα κλάματα.
((Γιατί κλαις, ακριδάκι μου;» λέει ο μπαμπάς.
((Μην τη λες έτσι, σε παρακαλώ!» λέει η μαμά και την πιάνουν κι εκείνη τα κλάματα.
Φοβάμαι μήπως αρχίσει να με φωνάζει κι αυτός παλιοκόριτσο, τώρα που γύρισε στην Αθήνα. Φοβάμαι μήπως γίνομαι πράγματι παλιοκόριτσο και μουρόχαυλο στην Αθήνα. Μήπως έχω αφήσει όλη μου την κα­λοσύνη και την εξυπνάδα στην Αφρική.
Φέτος έχουμε δάσκαλο, τον κύριο Σταύρο. Είναι κο­ντός και φοράει μεταξωτά γιλέκα που ξεχειλώνουν στην κοιλιά. Το αναγνωστικό της πέμπτης λέγεται Τα ψηλά βουνά και ο κύριος Σταύρος λέει πως θα μας αρέσει πολύ, γιατί είναι γεμάτο περιπέτειες. Η μεγα­λύτερη περιπέτεια για μένα είναι η εβδομάδα που η Άννα δεν έρχεται στο σχολείο επειδή περνάει μαγου­λάδες. Η Αγγελική μού λέει συνεχώς «Τόσκα, τό-σκα, τόσκα» και ο Πέτρος βγάζει βρομιές από τη μύ­τη του και με κυνηγάει για να τις κολλήσει στην πο­διά μου.
«Πότε θα ‘ρθεις στο σχολείο;» ρωτάω την Άννα στο τηλέφωνο.
«Όταν ξεπρηστούν τα μάγουλα μου».
((Αχ, έλα Άννα. Είναι χάλια χωρίς εσένα!»
Της λέω τι μου κάνουν στα διαλείμματα και η Άννα οργανώνει σχέδια εκδίκησης. ((Θα τους βάλουμε χειρο­πέδες και θα τους δέσουμε στα κάγκελα και θα τους γαργαλάμε». Ή: ((Θα φτύσουμε στο φαγητό τους».
Η Άννα διάβασε όλο το αναγνωστικό στο κρεβάτι και μου λέει πως είναι σχεδόν το ίδιο ωραίο με τον Με­γάλο περίπατο του Πέτρου και Το καπλάνι της βιτρίνας.
«Τι είναι αυτά;»
«Δεν ξέρεις τα βιβλία της Άλκης Ζέη; Μερντ!»
Βάζω τη μαμά να μου αγοράσει τα βιβλία της Άλκης Ζέη και τα διαβάζω το βράδυ στο κρεβάτι μου. Εχει δίκιο η Άννα. Είναι υπέροχα, ιδίως το Καπλάνι,
με τις δυο αδερφούλες που λένε ευ-πο, λυ-πο για να δείξουν αν είναι χαρούμενες ή λυπημένες.
«Ευ-πο; Λυ-πο;)) ρωτάω την Άννα στο τηλέφωνο, για να καταλάβει ότι διάβασα το Καπλάνι.
((Λυ-πο, γιατί έχω μαγουλάδες)).
Φουσκώνω τα μάγουλα μου για να νιώσω πώς εί­ναι να έχεις μαγουλάδες. Μερικές φορές θα ‘θελα να είμαι η Άννα, με τα καλά της και με τα κακά της.
Ο κύριος Σταύρος μάς λέει πως πλησιάζει η Ημέρα Αποταμίευσης και θα γίνουν δύο διαγωνισμοί έκθεσης και ζωγραφικής, με βραβείο έναν κουμπαρά του ταχυ­δρομικού ταμιευτηρίου. Η Άννα κι εγώ συμμετέχουμε στο διαγωνισμό ζωγραφικής. Η Άννα ζωγραφίζει με παστέλ μια τράπεζα. Ο ταμίας χαρίζει λεφτά σε όλους. Σ’ ένα συννεφάκι γράφει στα γαλλικά: «Liberte, Egalite, Fraternite!». Τριγύρω φτερουγίζουν περιστέρια. Σε μια γωνιά, η Πατρίσια Χιρστ με το πολυβόλο της. Πά­νω απ’ το κεφάλι της γράφει: ((Με τόση δικαιοσύνη, είμαι άχρηστη πια!».
((Είσαι εκτός θέματος)) της λέει ο κύριος Σταύρος. Μόλις γυρίσει την πλάτη του, η Άννα τού βγάζει τη γλώσσα.
Εγώ ζωγραφίζω με ξυλομπογιές το στόρατζ ρουμ της Ικέτζα και μια οικογένεια που ζει εκεί μέσα. Τη μαμά την κάνω σαν την Αντιγόνη, αδύνατη, με μακριά κοτσίδα και ψεύτικα φρύδια, αλλά φοράει το φόρεμα με τις κίτρινες μαργαρίτες της δικής μου μαμάς. Ο μπαμπάς έχει μούσια, καπνίζει πίπα και διαβάζει την Ακρόπολη. Το κοριτσάκι έχει μακριά ξανθά μαλλιά με αφέλειες και λακκάκι στο σαγόνι. Κατεβάζει από το ράφι ένα γάλα για να το προσφέρει στο μικρό του α­δερφάκι, ένα μωρό που μπουσουλάει. Δυσκολεύομαι να σχεδιάσω το μωρό, μου βγαίνει σαν κάμπια. Το σβήνω και το ξανασβήνω. Μόλις το πετύχω επιτέλους, η ζω­γραφιά μου δείχνει πολύ όμορφη. Από πάνω φτιάχνω ένα ουράνιο τόξο που βρέχει δραχμές, νάιρα και γαλλι­κά φράγκα. Καθώς πέφτουν στη γη, τα κέρματα με­ταμορφώνονται σε μαργαρίτες.
Ο κύριος Σταύρος μπαίνει στην τάξη μαζί με τον κύριο επιθεωρητή.
((Να σηκωθεί η Μαρία Παπαμαύρου» λέει ο κύριος επιθεωρητής.
Τι έκανα πάλι;
((Για τη ζωγραφιά σου παίρνεις το πρώτο βραβείο του πέμπτου δημοτικού σχολείου. Έλα να παραλάβεις το βραβείο σου)).
Πλησιάζω στην έδρα με σκυφτό κεφάλι. Ο κύριος επιθεωρητής μού λέει συγχαρητήρια και με φιλάει στα μαλλιά. Μου δίνει έναν μπλε κουμπαρά του ταμιευτη­ρίου με μεταλλική λαβή.
((Και τώρα χειροκροτήστε τη συμμαθήτρια σας» λέει ο κύριος Σταύρος.
Όλοι χειροκροτούν, εκτός από την Αγγελική και την Άννα.
((Είσαι κλέφτρα!)) μου λέει. ((Έκλεψες την οικογέ­νεια μου)).
«Μα η οικογένεια σου είναι πιο ωραία από τη δική μου, γι’ αυτό».
Θέλει να χωρίσουμε το θρανίο στη μέση. Έχω χαρεί με το βραβείο κι έτσι δε φέρνω αντιρρήσεις. Στο σχόλασμα η Άννα λέει: ((Θα σε συγχωρήσω μόνο αν μου χαρίσεις τη ζωγραφιά σου».
«Κι αν τη θέλουν οι γονείς μου;»
«Να τους πεις ότι την έχασες».
Ευτυχώς, η ζωγραφιά μου δημοσιεύεται στην εφη­μερίδα Ακρόπολη που παίρνουμε στο σπίτι. Ο μπαμπάς κόβει τη σελίδα προσεκτικά για να την κορνιζάρει.
«’Οταν μεγαλώσω, θα γίνω ζωγράφος» τους λέω.
«Ζωγράφος δεν είναι επάγγελμα» λέει η μαμά. ((Να διαλέξεις μια κανονική δουλειά και θα ζωγραφί­ζεις στον ελεύθερο χρόνο σου».
((Ναι, αλλά αν κάνω άλλη δουλειά, πού θα βρίσκω ελεύθερο χρόνο;»
«Θα βρίσκεις. Εγώ πώς βρίσκω χρόνο να ψωνίζω, να μαγειρεύω και να σε πηγαίνω και στο πάρκο;»
((Ναι, αλλά φτιάχνεις όλο μπιφτέκια και φακές και δε με πηγαίνεις στο πάρκο συχνά».
Η μαμά με κοιτάζει απειλητικά, αλλά δε με τιμω­ρεί πια. Από τότε που έσπασα το χέρι μου, έχει πετά­ξει το κλειδί της αποθήκης και θυμώνει με καινούργιο τρόπο: σφίγγει τις γροθιές της, κοιτάζει το ταβάνι του διαμερίσματος και λέει κάτι μέσα απ’ τα δόντια της.
Η Άννα χάλασε τη ζωγραφιά μου!
«Δεν τη χάλασα! Τη διόρθωσα!» φωνάζει.
Ζωγράφισε τα περιστέρια της πάνω πάνω. Έσβη­σε με κόκκινη τέμπερα την εφημερίδα Ακρόπολη και την έκανε Αυγή. Το μωράκι το μαύρισε εντελώς, το έ­κανε τραπέζι σαλονιού και πάνω ζωγράφισε Γκολουάζ και σταχτοδοχεία.
«Είμαστε μοναχοπαίδια, μην το ξεχνάς» λέει.
Δε μου αρέσει να είμαι μοναχοπαίδι. Είναι σα να λες παιδί μοναχό, ολομόναχο. Ζηλεύω τη Φωτεινή και τη Μάρθα που κοιμούνται στο ίδιο δωμάτιο και μπο­ρούν να λένε κάθε βράδυ, σαν τις ηρωίδες του Καπλανιού, ευ-πο, λυ-πο.
«Θα μου άρεσε να έχω αδερφάκι» λέω.
«Εμείς είμαστε σαν αδερφές».
«Ναι, αλλά μόνο το Σαββατοκύριακο».
Υπάρχει και κάτι άλλο: όταν η Φωτεινή έκρυψε το φλιτζάνι της Μάρθας στον κήπο, η κυρία Παυλίνα την κλείδωσε στο δωμάτιο της. Ποιος θα τιμωρήσει την Άννα που κατέστρεψε τη ζωγραφιά μου;
Φέτος κάθομαι στο τρίτο θρανίο και δε βλέπω καλά στον πίνακα. Τα γράμματα είναι θολά και μισοκλείνω τα μάτια μου για να διαβάσω τις ασκήσεις.
«Τι συμβαίνει, Μαρία;» ρωτάει ο κύριος Σταύρος. «Μήπως πρέπει να δεις έναν οφθαλμίατρο;»
Η Αντιγόνη συστήνει στη μαμά έναν οφθαλμίατρο για παιδιά που έχει σπουδάσει στο Παρίσι. Πηγαίνου­με στο ιατρείο του, καθόμαστε στην αίθουσα αναμονής. Η μαμά χαίρεται γιατί ανάμεσα στα περιοδικά βρήκε ένα τεύχος της Γυναίκας που αναγγέλλει ένα διαγωνι­σμό κεντήματος και πλεξίματος με θέμα τα λουλούδια. «Θα πλέξω μια κουβέρτα» λέει. «Θα σαρώσουμε τα βραβεία οικογενειακώς!»
Ένας κύριος με λευκή ποδιά και γυαλιά μας δίνει το χέρι του.
«Δεσποινίς μου, περάστε!»
Μου λέει να ακουμπήσω το πρόσωπο μου σε μια μεταλλική επιφάνεια με λαστιχάκια για τα μάτια και μετά, μ’ ένα διακόπτη, να βάλω έναν παπαγάλο στο γαλάζιο του κλουβί. Εκείνος σημειώνει κάτι στα χαρ­τιά του. Μετά μου λέει να διαβάσω αριθμούς σ’ έναν φωτεινό πίνακα, απέναντι μας. Δε βλέπω καθαρά κι εκείνος μου βάζει κάτι γυαλάκια μπροστά στα μάτια και με ρωτάει: «Καλύτερα τώρα; Ή τώρα;». Έρχεται μια στιγμή που βλέπω ακόμη και κάτι αριθμούς τόσους δα. Ο γιατρός λέει πως έχω δύο βαθμούς μυωπία και χρειάζομαι γυαλιά. Θα βάλω τα κλάματα.
((Τι τρέχει, δεσποινίς μου; Ξέρετε τι ωραίο στυλ δημιουργούν τα γυαλιά;»
Ναι, καλά.
((Τι δουλειά θα κάνετε όταν μεγαλώσετε;»
((Θα γίνω ζωγράφος και κάτι άλλο» λέω κοιτώντας τη μαμά.
«Α, υπέροχα! Όλοι οι καλλιτέχνες φορούν γυαλιά, δεν το ξέρετε;»
«Όλοι;»
((Όλοι οι άνθρωποι που σκέφτονται πολύ, δεσποινίς μου» λέει ο οφθαλμίατρος και μου δείχνει τα δικά του γυαλιά.
Έστω. Αν είναι να γίνω μεγάλη ζωγράφος, τότε ας φορέσω και γυαλιά.
Την επομένη πηγαίνουμε στου Μεταξά, ένα κατά­στημα οπτικών στην Ομόνοια, με τη μαμά και τη θεία Αμαλία. Η μαμά επιμένει να πάρουμε έναν μαύρο κο­κάλινο σκελετό με κόκκινα νερά. Η πωλήτρια λέει ότι μου πάει πολύ, αλλά εγώ δε βλέπω καλά το πρόσωπο μου με τα γυαλιά, η εικόνα είναι κάπως θολή.
((Σίγουρα είμαι ωραία;»
«Μις Εσωτερική Ομορφιά!» λέει η θεία Αμαλία.
Τώρα δε μου αρκεί η εσωτερική ομορφιά. Θέλω να είμαι και ωραία. Παραγγέλνουμε τα γυαλιά. Θα είναι έτοιμα σε μία εβδομάδα.
((Σε ζηλεύω τρομερά που θα φοράς γυαλιά!» λέει η Άννα.
«Περίμενε πρώτα να τα δεις».
«Τα γυαλιά είναι πάντα ωραία» λέει η Άννα και α­ναστενάζω με ανακούφιση.
 Είναι μια απ’ τις μέρες που χαίρεσαι, χωρίς να ξέρεις γιατί. Ο αττικός ουρανός έχει το μυστηριώδες γαλάζιο των ταξιδιωτικών φυλλαδίων: διάφανο, αλλά κρύβει και κάτι – ό,τι θες εσύ. Η άνοιξη τρυπώνει στο μυαλό, ο ήλιος μουδιάζει τους κροτάφους. Η Αθήνα λαμπυρί­ζει σαν φτηνό γυαλί, σαν εξάρτημα του ((Μικρού Μά­γου». Ένα τρέμουλο από ζέστη και καυσαέριο κι ανοι­ξιάτικη γλύκα απλώνεται παντού και κάνει τα πλακά­κια στο προαύλιο να κυματίζουν. Ακόμη κι η Δάφνη ζωγράφισε σήμερα έναν ήλιο πάνω απ’ τη σπηλιά της και χορτάρια τριγύρω. Τέτοιες μέρες τα παιδιά είναι ή­συχα. Γελάνε με το παραμικρό αλλά χωρίς υστερία, σαν να τα παραφυλάει ένας απ’ τους αγίους της μα­μάς. Υπάρχει ένα είδος αγιοσύνης στην ατμόσφαιρα. Κι ας μην πιστεύω σε τέτοια πράγματα.
Έχω μείνει μόνη στην αίθουσα. Στο δημοτικό σκαρ­φαλώναμε στην έδρα στο τέλος του μαθήματος. Σκαρ­φαλώναμε, επειδή η έδρα βρισκόταν σ’ ένα ξύλινο επί­πεδο που χώριζε την τάξη στα δύο: από τη μια οι μα­θητές, από την άλλη η κυρία Αφροδίτη. Προβάραμε λίγη μεθυστική εξουσία: ((Εγώ θα κάτσω!» ξελαρυγγιαζόταν η Άννα. ((Εγώ, μερντ!» Χωράγαμε κι οι δύο, αλλά κέρδιζε η πιο πεισματάρα, δηλαδή εκείνη. Από τότε που βρέθηκε στο δρόμο μου, έμαθα να παραχωρώ τη θέση μου. Ίσως γι’ αυτό δε βρίσκω τη θέση μου πουθενά. Αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι πια: υπάρχω αυτή η τάξη, το τρίξιμο από τους μαρκαδόρους των παιδιών, το σπίτι των Εξαρχείων, οι διαδηλώσεις. Υ­πάρχουν προσωπικές περιοχές και άλλες ευρύτερες, που ανήκουν σε όλους.
Στην ευρύτερη περιοχή εμφανίζεται τώρα μια αδύ­νατη γυναίκα με πολύ ψηλές, μάλλον καουμπόικες μπότες. Έρχεται από την άλλη άκρη του διαδρόμου κι όσο πλησιάζει γίνεται όλο και πιο φανερό ότι είναι μια από τις τρελομαμάδες που αποφασίζουν να ρωτήσουν για τα παιδιά τους σε μια ξαφνική έκλαμψη ενδιαφέ­ροντος. Μπορώ να τις κρίνω από τα ρούχα: ένας φυ­σιολογικός άνθρωπος δε θα ερχόταν να ρωτήσει για το παιδί του φορώντας φανταχτερό τζην με πούλιες και κόκκινο δερμάτινο παλτό. Ωχ, σε μένα έρχεται. Να ‘ναι η μαμά της Νατάσας που θέλει να παραπονεθεί για τα μαλλιοτραβήγματα με τη Δάφνη;
Είναι ξανθιά, πετσί και κόκαλο, μετρίου ύψους αν της βγάλεις τις μπότες. Ίσια μαλλιά, λίγες αφέλειες στο μέτωπο, χωρίς κοκαλάκι πια. Το άσπρο φρύδι το ‘βάψε.
Είναι η Άννα. Πρώην αντιστασιακή της Γαλλίας. Πρώην καλύτερη μου φίλη.
 Δεν είχα σκεφτεί την Άννα, τόσο αληθινή και ψεύτικη μαζί, να δρασκε­λίζει το κατώφλι της τάξης των καλλιτεχνικών μαθη­μάτων με αμφίεση ροκ σταρ χωρίς ένα γεια ή κάποιον πρόλογο τέλος πάντων. Κάθεται οκλαδόν πάνω στην έδρα, ανάβει τσιγάρο και αρχίζει να απαγγέλλει ένα ποίημα – έναν από τους ύμνους της φιλίας μας.
((Γιατί δε μου τηλεφώνησες; Δε σου έδωσε την κάρτα μου η Δάφνη;» Η φωνή της έχει σκληρύνει από το τσιγάρο. Είναι σχεδόν αστείο: μια τόσο βαριά φω­νή βγαίνει από τόσο αδύνατο σώμα – αν δεν είχε βα­φτεί, θα πρόβαλλαν σίγουρα μαύροι κύκλοι γύρω απ’ τα μάτια. Τα βλέφαρα της έχουν βαρύνει λίγο, αλλά ο βολβός αεικίνητος. Η ομορφιά της έχει κάτι δραματι­κό, σαν να πέρασε πολλά από τότε που χαθήκαμε. Φο­ράει δαμασκηνί κραγιόν. Το σημάδι του αποτυπώνε­ται στο φίλτρο του τσιγάρου.
«Είχα δουλειές» λέω.
((Δουλειές;» Το βλέμμα της είναι πυρετώδες. Βλέμμα ανθρώπου που θέλει να μάθει τα πάντα.
«Ποιος θα το περίμενε ότι θα ξανασυναντηθούμε σε μια τάξη…» λέω.
((Δεν μπορείς να σκεφτείς κάτι πιο πρωτότυπο, μερντ;»
((Αφήνω όλες τις πρωτοτυπίες για σένα».
Η Άννα γελάει και βήχει ταυτοχρόνως. Της αρέσει να με θυμώνει.
«Λοιπόν, τότε θα γίνω εγώ βαρετή και θα σου δώ­σω χρόνο να πεις κάτι έξυπνο. Βγαίνω και ξαναμπαίνω…» Πηδάει από την έδρα στο πάτωμα, κλείνει την πόρτα πίσω της και χτυπάει, τοκ τοκ, σαν να παίζου­με τις κουμπάρες.
((Εμπρός, περάστε!» λέω. Βουτάω ένα τσιγάρο α­πό το πακέτο της και το ανάβω χωρίς δεύτερη σκέψη.
((Καλησπέρα, Μαρία. Δεν ξέρω αν με θυμάσαι, εί­μαι η παλιά σου φίλη, η Άννα. Έμαθα πως είσαι η δα­σκάλα της κόρης μου».
«Η Άννα; Ποια Άννα;» Η πρώτη ρουφηξιά του κα­πνού μετά από χρόνια. Μια γλυκιά ζαλάδα.
«Έλα τώρα! Η Άννα Χορν».
((Κάποιο λάθος κάνετε. Δεν είχα ποτέ φίλη μ’ αυ­τό το όνομα».
Η Άννα γνέφει σαν να βαριέται. Ξαναγυρνάει στην εποχή που προσπάθησε να κόψει τον ομφάλιο λώρο με τη Δάφνη και να την εμπιστευτεί σε παιδαγωγούς. Ανοιξε το διώροφο διαμέρισμα στον επιχειρηματικό κόσμο, συμφιλιώθηκε με την ιδέα ότι το φάντασμα του πατέρα της την καταριέται, άρχισε να επιλέγει τα έρ­γα τέχνης που πήγαιναν σετ με την εσωτερική διακό­σμηση στα διαμερίσματα που αναλάμβανε ο άντρας της. Τελικά πήγε να δουλέψει μαζί του, στο αρχιτε­κτονικό του γραφείο.
Εξοικειώθηκε με την κοσμική ζωή, ξαναθυμήθηκε πώς κρατάμε σωστά το ποτήρι της σαμπάνιας από το ποδαράκι, συνήθισε να εμπιστεύεται την κόρη της σε ξένες αγκαλιές. Η μικρή μπερδεύτηκε με το πέρασμα από την ασφυκτική αγάπη στην αδιαφορία. Άρχισε τις στριγκλιές και τις υστερίες. Η Άννα αποφάσισε πως ήρθε ο καιρός να συμφιλιωθεί με το παρελθόν. Η λύση για τις υστερίες της Δάφνης ήταν ο ελληνικός ήλιος: σπίτι με κήπο στα βόρεια προάστια, μεσογειακή ζωη· Έπεισε τον Μαλούχο να επιστρέψουν στην Αθήνα, να κάνουν μια νέα αρχή. Δεν ετίθετο θέμα νέας αρχής: Ο Μαλούχος συνεργάζεται χρόνια με μεγάλες κατασκευα­στικές εταιρείες της Ευρώπης, είναι χωμένος στα κόλ­πα. Ευθύνεται για μερικά από τα γυάλινα εκτρώματα της λεωφόρου Κηφισίας, είναι πολυεθνική μόνος του. Εμμέσως τον έχουμε αναφέρει στην Έξοδο, όταν γράψα­με για τα νέα πολυτελή κτίρια γραφείων: ((Τα θερμοκή­πια της λεωφόρου δεν έχουν παράθυρα αλλά διαρκή κλι­ματισμό, ώστε να μεταμορφώσουν τους εργαζόμενους σε πιστές απομιμήσεις φυτών εσωτερικού χώρου».
((Θέλω να καταλάβεις γιατί το έκανα» λέει. ((Για­τί έφυγα τότε».
((Καταλαβαίνω».
((Όχι, δεν καταλαβαίνεις. Μου κρατάς κακία».
«Άλλο το ένα, άλλο το άλλο».
«Μαρία, πώς το λένε, φοβόμουν. Για μένα ήταν έ­νας σεισμός. Σαν να με πλάκωσε σπίτι».
«Φοβάσαι ακόμη τους σεισμούς;»
((Εντάξει, είναι υπό έλεγχο πια. Κι εσύ; Πες μου για σένα».
Εγώ γύρισα στις εφηβικές μου ασχολίες: κοιτούσα το ταβάνι. Νόμιζα πως μπορούσα να κρυφτώ στην Αί­γινα, στο σπίτι της Μάρθας, στην αγκαλιά της Στέλ­λας, αλλά φυσικά έκανα λάθος. Πήγα στο Παρίσι, με­τά στο Βερολίνο. Ζούσα κυριολεκτικά χωρίς τίποτα, σε καταλήψεις κτιρίων της ανατολικής πλευράς. Συ­νάντησα τον Μισέλ μετά από τόσα χρόνια. Μοιραστή­καμε μια μακαρονάδα με ξινισμένη ντομάτα που βρή­καμε σ’ ένα τενεκεδένιο κατσαρόλι.
«Τον Μισέλ! Πώς τον αναγνώρισες;» ρωτάει η Άννα.
«Οι άνθρωποι μυρίζονται μεταξύ τους. Είχε το ίδιο σαραβαλιασμένο ποδήλατο».
«Και πώς ήταν; Θλιμμένος όπως πάντα; Είχε γυναίκα; Πες μου τα όλα!»
«Πού να ξέρω βρε Αννα; Ο Μισέλ είναι ζόμπι, δε μι­λάει ποτέ και για τίποτα. Μόνο δείχνει. Τέλος πάντων η κατάσταση παρατράβηξε. Πήγα στη Νέα Υόρκη, στον Καγιό. Ούτε εκεί άντεξα. Γύρισα στα Εξάρχεια. Α, κι ο Καγιό ακολούθησε. Μένουμε μαζί στη γαλάζια πολυκατοικία».
«Ζεις με τον Καγιό;»
«Ο Καγιό τη ζωή του, εγώ τη δική μου».
((Άλλοι άντρες;»
((Άντρες; Σπανίως… Εγώ δεν έκανα ψυχανάλυση. Δεν ήξερα πώς να βουλώσω τις τρύπες».
Δεν είναι παράπονο, είναι δήλωση. Ωστόσο η Άννα απλώνει τα δυο της χέρια και γέρνει πάνω μου. Έχει ακόμη ανάγκη από δραματικές συμφιλιώσεις. Το κορ­μί της είναι πιο ελαφρύ απ’ ό,τι πιθανολογούσα. Πιο ελαφρύ από τότε που συνέβη Αυτό. Μου χαϊδεύει τα μαλλιά, χαϊδεύω κι εγώ τα δικά της. Μάλλον τα βά­φει, έχουν τη ξηρή ποιότητα της τρίχας που ταλαιπω­ρείται από βαφές και πιστολάκι.
((Βρομολεσβίες!» ψιθυρίζει ένας άντρας που περνά­ει ξυστά δίπλα απ’ το τραπέζι μας.
«Από τότε που ένιωσαν Ευρωπαίοι κι έκοψαν το καμάκι έχουν γίνει φοβερά επιθετικοί…» λέει η Άννα αναστενάζοντας, χωρίς να ξεσφίξει την αγκαλιά της. Η ανάσα της στέλνει κύματα ζέστης στο σβέρκο μου. Όπως τότε που κρυώναμε στα διαλείμματα και κα­πνίζαμε, χωμένες η μια στην αγκαλιά της άλλης. Ή όπως τότε, στο διπλό κρεβάτι της Αίγινας, που σφιγ­γόταν πάνω μου και παρακαλούσε να τη συγχωρέσω.

Η νεράϊδα και ο σκεπασμένος ήλιος

Μελετώντας τα αποσπάσματα , από το Νίκο Καζαντζάκη και τη Διδώ Σωτηρίου, βλέπουμε το διαφορετικό τρόπο με τον οποίο δύο λογοτέχνες βλέπουν τη μητέρα τους και το ρόλο της στη ζωή τους . Συγχρόνως μέσα απο το ρόλο της μητέρας βλέπουμε και τη θέση της γυναίκας στην εποχή , αλλά και τις ενδοοικογενειακές σχέσεις . Αξίζει να δούμε  όχι μόνο την εντελώς διαφορετική οπτική από την οποία  καθένας τους βλέπει το πρόσωπο της μητέρας του, αλλά  και τις σχέσεις ή τις ισορροπίες που αυτές  διαμορφώνονταν μέσα στην οικογένεια.
Ο Νίκος  Καζαντζάκης  μιλά για τη μητέρα του:
Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο- καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορ­ταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας ανάμεσα μας γάλα και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγα­πούσα πολύ τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα σώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πα­τέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου· δε μ’ έφταναν τα μαρτύρια τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατα της, της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
- Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στενοχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτοο από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανα τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυα της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκοινε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε κατέβει από τον Παράδεισο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη
μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού.
Ποτε’ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινόρχουνταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη. Μπορεί και να ‘ναι η νεράι­δα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντας τη σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρ­παξε το κεφαλομάντηλο, κι από τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κε­φαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζα να πηγαινόρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπά­ζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντιλο της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου- κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσω­πο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρα πως ζητάει το κεφαλομάντηλο της να φύγει.
(ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΓΚΡΕΚΟ, Απόσπασμα)
Και η ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ  για τη δική της:
Η μάνα μου ήταν τρυφερή και υπομονετική γυναίκα. Η κακοτροπιά του άντρα της την έκανε να στέκει πάντα σούζα, με τον καλό λόγο και το χαμόγελο στ’ αχείλι: «Στον αράθυμο τον άντρα, έλεγε, σα δεν εναντιώ­νεσαι τον έχεις σκλάβο». Τώρα τι σόι σκλάβο είχε τον πατέρα, μονάχα κείνη το ‘ξερε.
Ωστόσο μια φορά, μια και μοναδική, του εναντιώθηκε. Τον είδε να με χτυπάει με μανία. Τότες μπήκε στη μέση, άνοιξε τα χέρια της σα φτερού­γες και με δακρυσμένα μάτια του είπε τρομαγμένη:
- Άμοιρε, θα το χαλάσεις το σπλάχνο σου!
Στο σπίτι δυο εξουσίες υπολογίζαμε όλοι: του Θεού και του πατέρα, γιατί μ’ αυτές είχαμε δέσει την ύπαρξη μας. Τη μάνα μας τήνε βλέπαμε σαν το σκεπασμένο ήλιο, που τόνε μαντεύεις, μα οι αχτίδες του δε φτά­νουνε ίσαμε σένα να σε ζεστάνουνε. Ποτέ της δεν έβρισκε καιρό να μας χαϊδέψει, να μας πάρει στα γόνατα της και να μας πει ένα παραμύθι. Ξύ­πναγε ολοχρονίς χαράματα, άναβε φωτιά, έστηνε τσουκάλι, να προκάνει τόσα στόματα. Ύστερα είχε πάντα στην κούνια κι ένα μυξιάρικο να τσι­ρίξει. Είχε να φροντίσει τα ζωντανά, να βάλει σκάφη να ζυμώσει, να πλύ­νει, να γυροφέρει το νοικοκυριό, να πιάσει βελόνι· όλο το χωριό μιλούσε για την πάστρα και τη νοικοκυροσύνη της.
«Το σπίτι μου», απόσπασμα

Οι πρώτες ενθυμήσεις-Πηνελόπη Δέλτα

  Ο ι «Πρώτες Ενθυμήσεις «είναι ένα κείμενο αυτοβιογραφικό.
Η Πηνελόπη Δέλτα θυμάται αλλά και σχολιάζει τα παιδικά της χρόνια και τη σκληρή ανατροφή της. Ταυτόχρονα καταγράφει την ιστορία των προγόνων της και ορισμένα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την παιδική της ηλικία. Στις αυτοβιογραφικές Πρώτες Ενθυμήσεις – που καλύπτουν τα δεκαπέντε πρώτα χρόνια της ζωής της Πηνελόπης, κόρης του Εμμανουήλ και της Βιργινίας Μπενάκη – μας δίνεται η περιγραφή μιας εποχής και μιας ανερχόμενης αστικής οικογένειας στην ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας. Μιας αποκαλύπτεται ακόμη πως τα τραύματα της παιδικής ηλικίας σημάδεψαν τη ζωή και το έργο της Πηνελόπης Δέλτα, και προσδιόρισαν τη στάση της απέναντι στο παιδί και τη διαπαιδαγώγησή του. Σημαντικές ωστόσο είναι και οι καθαρά λογοτεχνικές αρετές στο κείμενο αυτό, όπου η αμεσότητα της αυθόρμητης και ανεπεξέργαστης γραφής υπηρετεί με ζωντάνια, με κέφι, με πίκρα, με αληθινή συγκίνηση και στοχαστική σκέψη το ποικιλόμορφο και πολυδιάστατο αυτό αφήγημα.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
«Ενθυμούμαι τον αυστηρό μας πατέρα, υψηλό, κολόνα ίσιο, ωραιότατο, με μεγά­λα μαύρα μάτια, πυκνά φρύδια και μαλλιά και τετράγωνα κομμένα γένια. Τα φρύδια του όταν σουρώνουνταν, πήγαινε η καρδιά μας στην Κούλουρη.
Η μητέρα μας, υψηλή και κείνη, έμορφη, με ωραιότατο χρω­ματισμό, γαλανά μάτια, καστανά μαλλιά, κόκκινα χείλια, ωραίο στάσιμο, αυστηρή και κείνη, στέκονταν μακριά μας, σα θεότης, που τη λατρεύεις χωρίς να προσπαθείς να την πλησιάσεις. Χάδια από κείνην δεν είχαμε, ούτε ποτέ μας εγκαρδίωνε να της πούμε τον καημό μας. Το ίδιο και ο πατέρας. Ήταν δύο θεότητες, που τις λατρεύεις, τις φοβάσαι, μα προτιμάς να μένεις μακριά απ’ αυτές.
Κάθε πρωί, την ώρα που έπαιρναν τον καφέ τους στην κρεβα­τοκάμαρα τους, πλυμένα, χτενισμένα, καθαρά πηγαίναμε μείς τα παιδιά να πούμε «καλημέρα» στους γονείς. Τούς φιλούσαμε επισή­μως, πάντα με κάποιο φόβο στην καρδιά, μην ξεσπάσει καμιά κα­τσάδα, ιδίως αν είχαμε βαρεμένοι τη συνείδηση με καμιάν αταξία, πού τη γνώριζε η Ευγενία, μα που δεν τη μαντάτευε ποτέ, μας φιλούσαν και κείνοι, μέναμε κοντά τους ένα δύο λεπτά, αν είχαν καμιά παραγγελία να μας κάνουν ή καμιά παρατήρηση, και φεύγα­με σιωπηλά, φρόνιμα, φροντίζοντας ν’ αποφύγουμε όσο το δυνατόν να θυμούνται την παρουσία μας. Το βράδυ, πριν πάμε να κοιμη­θούμε, πάλι πλυμένοι και χτενισμένοι, πηγαίναμε να πούμε «καλη­νύχτα», φιλούσαμε, μας φιλούσε η μητέρα (ο πατέρας επέστρεφε αργά στο σπίτι, αφού είχαμε πλαγιάσει), και αυτά ήταν τα δύο και μόνα φιλήματα της ημέρας.
Πότε αρχίσαμε να τρώμε στο τραπέζι με τούς γονείς, δεν ξέ­ρω. Πάντως τρώγαμε μόνο το μεσημέρι. Το βράδυ τρώγαμε με τη νάρσα μας στο nusery. Θυμούμαι ένα μεσημεριανό πρόγευμα, πρέπει να ήμουν πολύ μικρή, όπου με σήκωσε από το τραπέζι ό πατέρας, με φώναξε κον­τά του, και με το μεγάλο μαχαίρι που έκοβε το ροζμπίφ φοβέριζε πως θα μου κόψει το δάχτυλο. Είχα φάγει το νύχι μου, και το να τρώγει κανείς τα νύχια του ήταν, με το ψέμα, τα δύο πράματα πού αγρίευαν το περισσότερο τον πατέρα μας. Θυμούμαι το σηκωμένο μαχαίρι, τα σουρωμένα φρύδια τού πατέρα, τα μαύρα του μάτια που βγάζαν φωτιές, τις στριγκλιές μου, και θυμούμαι ακόμα το αίσθημα του πανικού, που μου έκοψε τη φωνή σα νόμισα πως πέ­φτει το μαχαίρι στο αιχμαλωτισμένο μου δάχτυλο στο χέρι του πα­τέρα μου. Πως «με συγχώρεσε» και γιατί, δε θυμούμαι πια. Θυ­μούμαι μόνο πως μου είπε να πάγω στη θέση μου και πως ήθελα να πάγω και δεν μπορούσα, τόσο έτρεμαν τα πόδια μου, και πως φοβούμουν που ήμουν κοντά του, και πάσχιζα να φύγω, και δεν μπορούσα. Και ύστερα θυμούμαι πως σκαρφάλωνα στην καρέκλα μου και μου είπαν να φάγω και δεν μπορούσα να καταπιώ, από τ’ αναφιλητά που μου ανέβαιναν όλην την ώρα. Και τ’ αδέλφια μου τα μεγάλα τρομαγμένα με κοίταζαν, κ’ εγώ ντρεπόμουν φοβερά.
Αυτό το φάγωμα των νυχιών στάθηκε αιτία να φάγω πολύ ξύ­λο. Ήμουν τόσο μικρή που δεν το θυμούμαι, όταν μ’ έδειρε ό πα­τέρας μου με το καμτσί του του άλογου, και γέμισαν τα πόδια μου σπυριά. Μου το διηγήθηκε η μητέρα μου σα μεγάλωσα.
Και όμως θυμούμαι πράματα σαν ήμουν τριών χρονών και λι­γότερο ακόμα.
(….)
Τον πατέρα, εμείς τα παιδιά τον φοβούμασταν πάρα πολύ για να μπορούμε και να τον αγαπούμε. Τον τρέμαμε. Σαν έμπαινε ο πατέρας στο σπίτι, τσιμουδιά δεν άκούουνταν στο σπουδαστήριο, όσο μικρά ή μεγάλα και αν ήμασταν. Αν τύχαινε και βρισκόμαστε στην είσοδο για να δούμε την ώρα ή για καμιά δουλειά, την ώρα που άνοιγε ό πατέρας με το κλειδί του και έμπαινε, πηγαίναμε φρόνιμα και τον χαιρετούσαμε (δε μας φιλούσε, απλώς μας χαιρε­τούσε μ’ ένα: «Έ, κάτι εδώ; Πες να σερβίρουν γρήγορα, βιάζο­μαι.») Και φεύγαμε βιαστικά, μη μας βρει κανένα ψεγάδι.
Θυμούμαι την επιβλητική του παρουσία, το μεγαλείο του, την ομορφιά του, το ψηλό, δεμένο άλλα λεπτό κορμί του, ίσιο σα λαμ­πάδα, τα πυκνά και σγουρά μαύρα μαλλιά του, τα γένια του, μαύ­ρα και αρκετά μακριά, κομμένα τετράγωνα, κατά την τότε μόδα, τα μεγάλα αμυγδαλωτά του μαύρα μάτια που πετούσαν φωτιές, «τα ωραία Μπενάκικα μάτια», όπως έλεγε η μητέρα μου στα γερά­ματα της, πάντα με λαχτάρα και συγκίνηση. Τον θυμούμαι που έμπαινε στην είσοδο και γέμιζε, λες, αμέσως το σπίτι, θυμούμαι το θαυμασμό μου για τον «πατέρα», την υπερηφάνεια, και συνάμα τη βία να εξαφανιστούμε, μη μας βρει καμιάν αιτία για κατσάδα ή μπάτσο.
Οι μπάτσοι στο πρόσωπο ήταν συχνοί, δίνουνταν εύκολα και θυμούμαι ακόμα τώρα το αίσθημα της ντροπής, τού εξευτελισμού, όσο και της ζάλης πού ακολουθούσε κάθε μπατσιά, που πηγαινοέφερνε το μυαλό μας. Μας μπάτσιζε ο πατέρας κάποτε, αλλά σπα­νιότερα από τη μητέρα, που ζούσε περισσότερο στο σπίτι και τιμω­ρούσε συνεπώς συχνότερα και ευκολότερα.
Ο πατέρας ήταν βίαιος, θυμώδης, αυθαίρετος, κοτζαμπάσης. Εκείνο που ήθελε το ήθελε και το επέβαλλε. Διέταζε. και κείνο άλλοι υπήκουαν. Επιβάλλουνταν. Και οι άλλοι υποχωρούσαν. Ήταν αφέντης..Κάποτε τύραννος. Μα ήταν βαθιά ευγενής. Και ήταν τί­μιος στη σκέψη όσο και στις δοσοληψίες. Και ήταν ειλικρινής, και ήταν υπερήφανος, ίσιος, αλύγιστος, αμείλικτος στο ζήτημα «συνεί­δηση». Το νιώθαμε μείς τα παιδιά, και το ένιωθαν όλοι που τον ήξεραν. Ο πατέρας ήταν «χαρακτήρας».
Αργότερα τον γνώρισα και τον εξετίμησα. Ως το τέλος τοις ζωής του μου έμεινε θεότης απλησίαστος. Μα μου έμεινε και η τελευταία μεγάλη αγάπη της ζωής μου, κάτι σα λατρεία, σα θρη­σκεία. Έκλαψα χάριν του φοβερά. Έκλαψα όλη μου τη ζωή. Μου επιβλήθηκε πάντα και με τυράννησε, ξέροντας και μη ξέρον­τας. Και ως το τέλος βάρυνε η θέληση και η τυραννία του στη ζωή μου. Και όμως έμεινε η τελευταία μεγάλη αγάπη της ζωής μου.
(…)
Τη μητέρα μου τη λάτρευα. Από τα πρώτα χρόνια, όσο μα­κριά πάει η ενθύμηση μου, την αγαπούσα με πάθος αρρωστιάρικο.
Υψηλή, ωραία, πάντα έμορφα αν και απλά ντυμένη, ευπρόσι­τη σε όλους εκτός στα παιδιά της, η μητέρα μας έστεκε μακριά μας όσο και ο πατέρας. Τη φοβούμασταν περισσότερο, γιατί ήταν πιο κοντά, περισσότερο στο σπίτι, πιο έτοιμη να τιμωρήσει από τον πατέρα πού έλειπε όλην την ημέρα. Ήταν και η μητέρα αυστηρή, αυθαίρετη, τυραννική, επιβλητική. Ο λόγος της ήταν νόμος. Υ­πηρεσία και παιδιά διευθύνουνταν με το ραβδί. Οι μπατσιές και το τράβηγμα του αυτιού ήταν τ’ αμεσότερα μέσα να την υπακούομε με το πρώτο της νόημα.
Απ’ όλους μας, ο Αντώνης έχει φάγει το περισσότερο ξύλο. Σκάνταλος, ορμητικός, ανυπότακτος, γεμάτος «ιδέες», ζωή και δράση, αδιάκοπα έπεφτε σε περιπέτειες πού τελείωναν με μπά­τσους και τράβηγμα των  αυτιών. Τότε κοκκίνιζε ως μέσα στα μαλ­λιά του, ντρέπουνταν, υπέφερε στο φιλότιμο του, στην υπερηφά­νεια του που ήταν μεγάλη, μα ποτέ δεν έλεγε τίποτα, ούτε έκλαιγε ποτέ, ούτε καταδέχουνταν να ξεφύγει με ένα ψέμα ή να διαμαρτυ­ρηθεί. Σήκωνε το κεφάλι υπερήφανα, έτρωγε το ξύλο και δεν απαντούσε.
Και εμείς τα κορίτσια είχαμε για κεινον «hero workship”( ηρωολατρεία). Κοντά του σκαντάλευα κ’ εγώ κ’ έτρωγα μπόλικο ξύλο. Η Αλεξάνδρα ήταν η λιγότερο τιμωρημένη γιατί ήταν πάντα φρόνιμη και δεν μπλέκονταν στις δικές μας αταξίες. Η φωνή της ήταν πάντα φωνή της σοφίας.(…)
Γιατί οι γυναίκες τότε δεν ήταν εκείνο πού είναι σήμερα. Ελευθερία δράσεως, θελήσεως, ακόμα και σκέψεως δεν είχαν. Οι γυναίκες τότε ήταν υποταγμένες στον άντρα. Θέληση δική τους δεν είχαν, ούτε γνώμη, ούτε σκέψη ανόμοια με τη σκέψη του αντρός. Και μια φορά παντρεμένη, έπαυε να υπάρχει ως άτομο. Κινούν­ταν, δρούσε, μιλούσε, φέρουνταν στον κόσμο όπως ήθελε ο αφέν­της της. Αν ήταν κοσμικός, έπρεπε να είναι και κείνη κοσμική, είτε της άρεζε ο κόσμος είτε όχι. Αν την ήθελε στο σπίτι κλεισμέ­νη ο άντρας της, έπρεπε να κλειστεί και ας τρελαίνουνταν τον κό­σμο. Επισκέψεις επιτρέπουνταν. Μα αυτές τις ανταλλαγές επισκέ­ψεων, μόνο γυναίκες τις έκαμναν. Άντρες δεν έβλεπε η γυναίκα παρά σε γεύματα (σπάνια τον καιρό εκείνον), σε χορούς (σπανιό­τερους ακόμα), στον περίπατο ή στους δρόμους.
Η υποκρισία ήταν επιβεβλημένη. Μια γυναίκα κοσμική λόγου χάρη που είχε άντρα μη κοσμικό, έπρεπε, όχι μόνο να μην πηγαί­νει στον κόσμο, άλλα και να λέγει πως δεν της αρέσει. Και τανά­παλιν. «Αφού του αρέσει ο κόσμος, χρεωστεί να τον ακολουθεί και κείνη.»
Που να ταξιδέψει γυναίκα μόνη, τότε! «Αφού τον αφήνει, κα­λά της κάνει και παίρνει φιληνάδα.» Όλη η κοινωνία την αποδο­κίμαζε και την αναθεμάτιζε.
Ούτε να πολυφροντίζει το εξωτερικό της η γυναίκα δεν έπρε­πε. Καμιά δεν ομολογούσε πως αγαπούσε το λούσο, τα όμορφα φορέματα, τα διαμαντικά. «Μου τα έδωσαν, και τα φορώ γιατί μου τα έδωσαν», έλεγε η μητέρα μου, όταν τύχαινε να φορέσει κα­νένα στολίδι.
— «Ναι! Φορέματα τώρα!» έλεγε πάλι ή μητέρα, αν της έλεγε καμιά φιληνάδα να ράψει τούτη ή εκείνη τη μόδα. «Όποια γυναί­κα έχει άντρα και παιδιά, δεν έχει καιρό για μόδες.» Αυτά ήταν για τις ξεμυαλισμένες, τις «παρίες» της κοινωνίας. Είχε και τέτοιες, και τις έδειχναν με το δάχτυλο. Χαμένα ρούχα, σου έλεγαν. Τιποτένιες γυναίκες.
Εντούτοις είχε και κομψές, και όμορφες, και καλοντυμένες, και πουδραρισμένες, και στολισμένες. Μα η ετοιμασία, η φροντί­δα, το στόλισμα γίνουνταν κρυφά στην κρεβατοκάμαρα, με κλειδω­μένες τις πόρτες. Όποια κοίταζε καθρέφτη, ήταν ξεμυαλισμένη. Γυναίκες και κορίτσια, σαν αντίκριζαν καθρέφτη έπρεπε να κά­νουν πώς τον περιφρονούν, πώς δεν κοιτάζονται, πώς αδιαφο­ρούν. Έξω από την κρεβατοκάμαρα, όπου γίνουνταν το στόλισμα, η γυναίκα υποτίθουνταν πως δεν ενδιαφέρεται στην εμφάνιση της.
Μα επειδή και τότε η γυναίκα ήταν γυναίκα, οι κρυφές μα­τιές, τα κρυφά συγυρίσματα μαλλιών ή φορέματος, το κρυφό τσίμ­πημα μάγουλων για να κοκκινίσουν, το κρυφό σιάξιμο καπέλου ή κολάρου, έπαιρναν κ’ έδιναν.
Και, μοιραία, έκριναν και δίκαζαν και καταδίκαζαν, τα παι­διά. Ό πατέρας μας σαν έμπαινε στο σπίτι και κρέμαγε το καπέλο στην κρεμάστρα, έριχνε μια βιαστική ματιά στον καθρέφτη, έσιαζε με τη βούρτσα και το χτένι που ήταν στο ραφάκι της κρεμάστρας τα πυκνά του μαλλιά, διόρθωνε τη γραβάτα του αν είχε στραβώ­σει, βούρτσιζε το ρούχο του βιαστικά και πήγαινε στην τραπεζα­ρία με το βιαστικό του πάντα: «Σερβίρετε γρήγορα.»
Μα ο πατέρας ήταν ο αφέντης, δεν είχε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Ότι έκαμνε, το έκαμνε ανοιχτά.
Όταν όμως τύχαινε να δω τη μητέρα να κρυφοκοιτάξει τον καθρέφτη, να κρυφοσηκώσει κανένα μαλλάκι κάτω από το τρίχινο διχτάκι που φορούσαν τότε στο μέτωπο, να διορθώσει κρυφά το νταντελάκι του λαιμού της ή να τεντώσει τη ζαρωμένη της φούστα, ντρεπόμουν. Και δεν ήξερα γιατί ντρεπόμουν. Μάς είχαν μάθει και μας, πως ήταν κακό να κοιτάζεις στον καθρέφτη. Μα αν ήταν κακό, γιατί το έκανε ή μαμά; Και αν δεν ήταν κακό, γιατί το έκανε κρυφά;
Ο πατέρας κοίταζε στον καθρέφτη και διορθώνουνταν. Μα εκείνος το έκαμνε χωρίς να κρυφθεί. Εκείνος είχε πάντα κάποια καλή αιτία να το κάνει. Ενώ η μαμά το έκανε κρυφά, άρα ήταν κακό, άρα δεν έπρεπε να γίνεται.
Θυμούμαι ακόμα τη δυσφορία, την ψυχική ανησυχία που μ’ έπιανε και με βασάνιζε κάθε φορά που τύχαινε να πιάσω επ΄ αυτοφώρω τη μητέρα σε καμιά της τέτοια κρυφή κίνηση. Και πόσο ντρέπουμουν που την είχα δει, προπάντων που, αν το  αντιλαμβάνουνταν η μητέρα, θύμωνε και ξεσπούσε σε κανένα μάλωμα:
— «Τι θες εδώ; Τι μπαίνεις κρυφά στην κάμαρα; Πήγαινε γρή­γορα στο σπουδαστήριο, μη σε δείρω!»
Και έφευγα δρομέως! Τι ήθελα να το δω! Τι ήθελα στην τρα­πεζαρία! Τι ήθελα να μπω «κρυφά» στην κάμαρα! Πάντα «κρυφά» περπατούσαμε, μην κάνομε κρότο, μη μας ακούσουν, έξω από τις ώρες που δικαιωματικώς μπαίναμε στην τραπεζαρία ή στην κρεβα­τοκάμαρα των γονέων.
Και μαζευόμουν τρομαγμένη, και αν με ρωτούσαν τ’ αδέλφια μου: «Τί έπαθες πάλι; Τί έκανες και σε μάλωσαν;» δεν έλεγα, από ντροπή, από κάποιο αίσθημα μειώσεως που δεν ήξερα να το εξηγή­σω μα που πονούσε βαθιά, γιατί άγγιζε τη μητέρα, τη «θεότητα», τη λατρεμένη, που έκαμνε πράματα πού δεν έπρεπε να κάνει, που τα είχα δει, ενώ δεν έπρεπε να τα είχα δει.
Πληγές παιδικές, αυτές, που δε γιατρεύονται ποτέ.
(….)
Ήταν αυταρχική, δεσποτική, η μητέρα. Ήταν κάποτε κα σκληρή. Μα υπέκυπτε πάντα στον πατέρα, την ώρα που της επιβάλουνταν εκείνος. Κατά βάθος, και με τον καιρό, «με τρόπο», τον έφερνε πάντα στα νερά της, τον έκαμνε εκείνο που ήθελε. Και μείς τα παιδιά το νιώθαμε, χωρίς να ξέρομε ούτε το πώς ούτε το γιατί, μα ξέραμε πως αρχή και δύναμη στο σπίτι ήταν η μητέρα. Κ’ επει­δή υπέκυπτε κατά το φανερό στη θέληση του πατέρα, στο σπίτι μέσα και στα παιδιά της ανταπέδιδε τα ίσα, ήταν δεσποτική, επι­βλητική, τυραννική, συχνά σκληρή και πάντα ανελεύθερη.
(….)Ήταν αγέρωχη, τυραννική, αμείλικτη συχνά η μητέρα. Όλοι οι Χωρέμηδες ήταν σκληροί και στεγνοί. Και η μητέρα ήταν Χωρέμαινα ως την ψυχή. Όταν νόμιζε πως ένα πράμα ήταν σωστό ή χρήσιμο, τραβούσε το δρόμο της, ίσια κατά το σκοπό της, αδιαφο­ρώντας αν τσαλαπατούσε καρδιές, αγνοώντας πως ρήμαζε ζωές.
Έτσι πάντρεψε σχεδόν με τη βία την Κατίνα Καλαμποκίδη με τον Αμηρά για να μην την πάρει ο Στέφανος Καρτούλης, που την αγαπούσε, και να πάρει την Ελβετία Χωρέμη, που δεν την πήρε στο τέλος και πήγαν χαμένες οι τρεις αυτές ζωές. (….)
Στο ζήτημα της «αγάπης», και ο πατέρας ήταν στεγνός. «Αγά­πες, ανοησίες!» έλεγε με περιφρόνηση. Και οι δυό τραβούσαν εμπρός, σύμφωνοι σ’ αυτό, πως όλη ή ζωή κανονίζεται με το «πρέ­πει» και «δεν πρέπει», πως η λογική, η κρίση, η φρονιμιά υπερέ­χουν, πως το «αίσθημα» ήταν και ανόητο και επικίνδυνο και δεν έπρεπε να λαμβάνεται υπ’όψιν. Και τσαλαπάτησαν και κατέστρεψαν ζωές, και οι δυό, ιδίως η μητέρα που καταγίνουνταν περισσό­τερο σ’ αυτά, και πέθαναν χωρίς να το αντιληφθούν ποτέ, χωρίς ποτέ να σταματήσουν, να διερωτηθούν καν, αν αυτό που κάνουν δεν είναι εγκληματικό.
(….)
Η ζωή τότε ήταν σκληρή, ιδίως για τη γυναίκα. Μα έφτιανε χαρακτήρες. Το «δεν μπορώ», ήταν περιφρονημένη έκφραση. Κα­νένας μας δεν τό ‘λεγε, ακόμα και όταν ήμαστε νικημένοι. Καταπα­τημένοι, κουρελιασμένοι, υποταγμένοι, κάναμε την ανάγκη φιλοτι­μία και προσποιούμασταν πως θέλαμε τη δυστυχία μας, έτσι, από υπερηφάνεια, αποκρούοντας τον οίκτο.
Υπήρχαν βέβαια, και αδύνατοι, που λύγιζαν τους ώμους, που κλαίγουνταν και στέναζαν. Αυτοί ήταν οι περιφρονημένοι, οι αποτυχημένοι.
(….)
Από μικρά μαθαίναμε τούς καημούς μας να μην τους μοιρα­ζόμαστε με άλλους, ούτε καν με τ’ αδέλφια μας. Αν πόνεσαν, αν υπέφεραν τ’ αδέλφια μου, δεν τό ‘μαθα ποτέ, δεν παραπονέθηκαν ποτέ. Αργότερα, αν γνώρισα τούς καημούς τού Αλεξάνδρου, προκάλεσα εγώ τις εξομολογήσεις τους, πρώτον γιατί έβλεπα η ίδια τις αδικίες που γίνουνταν εις βάρος του, υπέρ της χαϊδεμένης Αργίνης, της μικρότερης του κατά τεσσεράμισι χρόνια, και δεύτε­ρον γιατί τον περνούσα εγώ άλλα τεσσεράμισι χρόνια και του επιβαλλόμουν και τον έβαζα να μου τους λέγει, αναλυμένο στα δά­κρυα, τον καημενούλη!
Μα εμείς, οι τρεις μεγάλοι, κλειόμασταν στην υπερήφανη σιω­πή μας. Ποτέ δεν ομολογούσαμε πως μας πόνεσε ένας μπάτσος ή το τράβηγμα του αυτιού. Σιωπηλοί, ντροπιασμένοι, γυρεύαμε να κρύψομε ο ένας του άλλου το τσούξιμο που μαρτυρούσε το κοκκι­νισμένο μάγουλο, ή, αν δεν ήταν τρόπος να το κρύψομε, το ρίχνα­με στην καυχησιολογία, τάχα «πως δεν πονούσε το χέρι της μα­μάς», ενώ πονούσε πολύ, χέρι λεπτό, με όμορφα μακριά δάχτυλα, χέρι δυνατό, που καταπιάνουνταν όλες τις δουλειές και που διεύ­θυνε τα πάντα και τα έβγαζε όλα πέρα.
(….)
Θυμούμαι τ αίσθημα αυτό, στη στενοχωρεμένη μου παιδική ζωή. Όλο το σπίτι, η ατμόσφαιρα του, η αυστηρότης του, η έλλει­ψη τρυφερότητος, βάραινε απάνω μου σα βραχνάς. Όταν όμως έμπαινα στο σπουδαστήριο μας, μου φαίνουνταν πως ανέπνεα ατμόσφαιρα ανωτερότητος. Το μεγάλο τραπέζι με τη βυσσινιά του τσόχα που το σκέπαζε όλο και κρέμουνταν ολόγυρα- η σιφονιέρα από μαόνι, όπου φυλάγαμε τις μπογιές μας, τα μολύβια, πένες, παιχνίδια, εξαρτήματα ραπτικής· οι βιβλιοθήκες με τα βιβλία τα διδακτικά και τ’ αναγνώσματα μας τα διασκεδαστικά…

Previous Older Entries

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.